15 αποτελέσματα για «燻»
燻る くすぶる
ρήμα
- 01 καπνίζω, σιγοκαίω, αναδίδω καπνό
- 02 καπνίζομαι, λερώνω με αιθάλη, μαυρίζω από τον καπνό
- 03 σιγοκαίω (π.χ. μια διαμάχη), υποβόσκω
- 04 απομονώνομαι, κλείνομαι στον εαυτό μου
- 05 ζω στην αφάνεια, παραμένω στο ίδιο επίπεδο (κοινωνικής θέσης, περιστάσεων κ.λπ.)
燻製 くんせい
ουσιαστικό
- 01 καπνιστό τρόφιμο, κάπνισμα (ψαριού, κρέατος κ.λπ.)
- 02 καπνιστός
燻す いぶす
ρήμα
- 01 καπνίζω (κάτι), απολυμαίνω με καπνό
- 02 οξειδώνω
燻り出す いぶりだす
ρήμα
- 01 εξωθώ με κάπνισμα (έντομα, ζώα, κ.λπ.)
燻らす くゆらす
ρήμα
- 01 καπνίζω (π.χ. πίπα), φουμάρω (τσιγάρο), καίω (θυμίαμα)
燻煙 くんえん
ουσιαστικό
- 01 κάπνισμα (ειδικότερα ως μέθοδος συντήρησης τροφίμων)
燻蒸 くんじょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υποκαπνισμός, απολύμανση με καπνό
燻べる くすべる
ρήμα
- 01 καπνίζω, απολυμαίνω με καπνό
燻蒸剤 くんじょうざい
ουσιαστικό
- 01 υποκαπνιστικό μέσο
燻肉 くんにく
ουσιαστικό
- 01 καπνιστό κρέας
燻し いぶし
ουσιαστικό
- 01 κάπνισμα (τροφίμων), απολύμανση με καπνό, οξείδωση (μετάλλου)
燻りがっこ いぶりがっこ
ουσιαστικό
- 01 καπνιστό τουρσί νταϊκόν (γνωστό προϊόν του νομού Ακίτα)
燻鮭 いぶしざけ
ουσιαστικό
- 01 καπνιστός σολομός
燻製肉 くんせいにく
ουσιαστικό
- 01 καπνιστό κρέας
燻
- 01 σιγοκαίω
- 02 καπνίζω
- 03 οξειδώνω