14 αποτελέσματα για «縛»

縛る しばる N2

ρήμα

  1. 01 δένω, στερεώνω
  2. 02 περιορίζω (την ελευθερία), δεσμεύω (με κανόνες, κανονισμούς, κ.λπ.)
縛り付ける しばりつける

ρήμα

  1. 01 δένω, περιορίζω, εγκλείω, δεσμεύω, στερεώνω
縛り上げる しばりあげる

ρήμα

  1. 01 δένω σφιχτά, δένω
縛り しばり

ουσιαστικό

  1. 01 δέσιμο, δέσμευση
  2. 02 κανονισμός, περιορισμός
  3. 03 περίοδος δέσμευσης (π.χ. συμβόλαιο τηλεφώνου ή ευρυζωνικής σύνδεσης), ελάχιστη διάρκεια συμβολαίου
ばく

ουσιαστικό

  1. 01 δέσιμο, περιορισμός, περιοριστική διάταξη, σύλληψη
縛め いましめ

ουσιαστικό

  1. 01 δεσμά, δέσμευση, πρόσδεση
縛り首 しばりくび

ουσιαστικό

  1. 01 απαγχονισμός
縛める いましめる

ρήμα

  1. 01 δένω (με σκοινί, κ.λπ.)
縛りプレイ しばりプレイ

ουσιαστικό

  1. 01 σχοινιοπαιχνίδι, πρόσδεση (σεξουαλικό πλαίσιο)
  2. 02 παιχνίδι με αυτοεπιβαλλόμενους περιορισμούς (για την αύξηση της δυσκολίας του παιχνιδιού)
縛する ばくする

ρήμα

  1. 01 δένω
  2. 02 περιορίζω, συγκρατώ
縛につく ばくにつく

άλλο, ρήμα

  1. 01 συλλαμβάνομαι, αλυσοδένομαι
縛帯 ばくたい

ουσιαστικό

  1. 01 επίδεσμος, επίδεση
  2. 02 ιμάντας (κυρίως αλεξιπτώτου)
縛り込む しばりこむ

ρήμα

  1. 01 δένω σφιχτά
  1. 01 δένω
  2. 02 συλλαμβάνω
  3. 03 δένω
  4. 04 δένω
  5. 05 συγκρατώ