11 αποτελέσματα για «鄙»
鄙 ひな
ουσιαστικό
- 01 επαρχία, αγροτικές περιοχές
鄙びる ひなびる
ρήμα
- 01 είμαι επαρχιώτικος, έχω αγροτική εμφάνιση, έχω εξοχική αίσθηση
鄙歌 ひなうた
ουσιαστικό
- 01 δημοτικό τραγούδι
鄙振り ひなぶり
ουσιαστικό
- 01 επαρχιώτικος, χωριάτικος
- 02 αρχαίο τραγούδι που παιζόταν στην αυλή
- 03 κωμικό τάνκα (σύντομο ιαπωνικό ποίημα)
鄙懐 ひかい
ουσιαστικό
- 01 προσωπική σκέψη, ιδέα κάποιου
鄙人 ひなびと
ουσιαστικό
- 01 κάτοικος της υπαίθρου, χωρικός, επαρχιώτης
- 02 άπληστο άτομο, άτομο χαμηλής κοινωνικής τάξης, άτομο χαμηλής καταγωγής
鄙言 ひげん
ουσιαστικό
- 01 χυδαία έκφραση, βωμολοχία, γλώσσα που χρησιμοποιείται σε αγροτικές περιοχές
鄙諺 ひげん
ουσιαστικό
- 01 χυδαία παροιμία, λαϊκή ρήση
鄙離る ひなさかる
ρήμα
- 01 απέχω πολύ από την πόλη, είμαι απομακρυσμένος
鄙びた ひなびた
άλλο
- 01 γραφικός, επαρχιακός, αγροτικός
鄙
- 01 ταπεινός, ευτελής, κατώτερος
- 02 ύπαιθρος χώρα, επαρχία
- 03 ύπαιθρος, αγροτική περιοχή
- 04 αγροτικοποιούμαι, γίνομαι αγροίκος