260 αποτελέσματα για «事»

こと N4

ουσιαστικό

  1. 01 πράγμα, ζήτημα
  2. 02 περιστατικό, συμβάν, γεγονός, κάτι σοβαρό, πρόβλημα, κρίση
  3. 03 συνθήκες, κατάσταση, διαμορφωμένη κατάσταση
  4. 04 δουλειά, επιχείρηση, υπόθεση
  5. 05 μετά από κλιτή λέξη, δημιουργεί μια ονοματική φράση που δηλώνει κάτι με το οποίο ο ομιλητής δεν νιώθει κοντά
  6. 06 ονοματικοποιητική κατάληξη
  7. 07 παριστάνω ότι..., υποδύομαι ότι...
  8. 08 γνωστός και ως, ή
  9. 09 αναγκαιότητα, ανάγκη
  10. 10 πρέπει να..., συμβουλεύω να..., είναι σημαντικό να...
事実 じじつ N3

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 γεγονός, αλήθεια, πραγματικότητα
事件 じけん N3

ουσιαστικό

  1. 01 γεγονός, υπόθεση, περιστατικό, συμβάν, πλοκή, πρόβλημα, σκάνδαλο
事情 じじょう N3

ουσιαστικό

  1. 01 περιστάσεις, συνθήκες, κατάσταση, λόγοι, κατάσταση πραγμάτων
事態 じたい

ουσιαστικό

  1. 01 κατάσταση, τρέχουσα κατάσταση πραγμάτων, περιστάσεις
事故 じこ N4

ουσιαστικό

  1. 01 ατύχημα, περιστατικό, πρόβλημα, μπελάς
  2. 02 περίσταση, λόγος, αιτία
事前 じぜん N1

ουσιαστικό

  1. 01 εκ των προτέρων, από πριν, πριν από το γεγονός
事になる ことになる

άλλο, ρήμα

  1. 01 καταλήγω, κανονίζω, αποφασίζω
  2. 02 είμαι το αποτέλεσμα, προκύπτω
  3. 03 είμαι ο λόγος, είμαι η αιτία
事務所 じむしょ N4

ουσιαστικό

  1. 01 γραφείο
事がある ことがある

άλλο, ρήμα

  1. 01 έχω κάνει (κάτι), έχει συμβεί
  2. 02 συμβαίνει περιστασιακά
事業 じぎょう N1

ουσιαστικό

  1. 01 επιχείρηση, εγχείρημα, εμπορική δραστηριότητα, επιχειρηματική λειτουργία, βιομηχανία
  2. 02 κοινωνικό έργο, εγχείρημα, δραστηριότητα, πρόγραμμα, υπηρεσία
事項 じこう N1

ουσιαστικό

  1. 01 θέμα, στοιχείο, γεγονότα
事柄 ことがら N1

ουσιαστικό

  1. 01 ζήτημα, πράγμα, υπόθεση, περίσταση
事実上 じじつじょう

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 στην πραγματικότητα, στην πράξη, ουσιαστικά, κατ' ουσίαν
事はない ことはない

άλλο, επίθετο

  1. 01 δεν υπάρχει ανάγκη να...
  2. 02 δεν συμβαίνει ποτέ, δεν υπάρχει στιγμή κατά την οποία
事にする ことにする

άλλο, ρήμα

  1. 01 αποφασίζω να
  2. 02 προσποιούμαι ότι
  3. 03 συνηθίζω να, καθιερώνω ως κανόνα να
事象 じしょう

ουσιαστικό

  1. 01 γεγονός, φαινόμενο, ζήτημα
事がない ことがない

άλλο, επίθετο

  1. 01 δεν έχει συμβεί ποτέ, δεν έχω κάνει ποτέ κάτι, κάτι τέτοιο δεν έχει γίνει
  2. 02 δεν συμβαίνει ποτέ, δεν υπάρχει ποτέ περίπτωση όπου
事務 じむ

ουσιαστικό

  1. 01 γραφική εργασία, εργασία γραφείου, διοίκηση, διαχείριση, υποθέσεις
事情を話す じじょうをはなす

άλλο, ρήμα

  1. 01 εξηγώ την κατάσταση