110 αποτελέσματα για «休»

休む やすむ N5

ρήμα

  1. 01 απουσιάζω, παίρνω ρεπό
  2. 02 ξεκουράζομαι, κάνω διάλειμμα
  3. 03 πηγαίνω για ύπνο, κοιμάμαι, ξαπλώνω
  4. 04 σταματώ (προσωρινά), αναστέλλω, διακόπτω τη λειτουργία (μιας επιχείρησης)
休み やすみ N5

ουσιαστικό

  1. 01 ανάπαυση, ξεκούραση, διάλειμμα, αναστολή
  2. 02 διακοπές, αργία, απουσία, αναστολή
  3. 03 νάρκη (ενός μεταξοσκώληκα πριν την έκδυση)
休憩 きゅうけい N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάπαυση, ξεκούραση, διάλειμμα, διακοπή
休日 きゅうじつ

ουσιαστικό

  1. 01 αργία, ρεπό
休息 きゅうそく N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ξεκούραση, ανάπαυση, ανακούφιση, χαλάρωση
休暇 きゅうか N3

ουσιαστικό

  1. 01 διακοπές, αργία, ρεπό, άδεια
休める やすめる N1

ρήμα

  1. 01 ξεκουράζω, διακόπτω, προσφέρω ανακούφιση
休み時間 やすみじかん

ουσιαστικό

  1. 01 διάλειμμα, χρόνος διαλείμματος, διάλειμμα μεταξύ μαθημάτων, ελεύθερη ώρα, χρόνος αναψυχής
休憩時間 きゅうけいじかん

ουσιαστικό

  1. 01 διάλειμμα, περίοδος ανάπαυσης, χρόνος ξεκούρασης
休まる やすまる

ρήμα

  1. 01 ξεκουράζομαι, ηρεμώ, αναπαύομαι, ανακουφίζομαι
休養 きゅうよう N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ξεκούραση, χαλάρωση, αναψυχή, ανάρρωση, ανάρρωση (μετά από ασθένεια)
休憩室 きゅうけいしつ

ουσιαστικό

  1. 01 χώρος ανάπαυσης, σαλόνι (π.χ. σε λουτρά), δωμάτιο ανάπαυσης
休憩所 きゅうけいじょ

ουσιαστικό

  1. 01 χώρος ανάπαυσης, στάση ανάπαυσης, σταθμός εξυπηρέτησης (δίπλα σε αυτοκινητόδρομο), σταθμός ανεφοδιασμού, χώρος στάθμευσης
休戦 きゅうせん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατάπαυση πυρός, ανακωχή, εκεχειρία
休み明け やすみあけ

άλλο

  1. 01 αμέσως μετά από περίοδο διακοπών, η πρώτη ημέρα μετά τις διακοπές
休止 きゅうし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παύση, αναστολή, ξεκούραση, διακοπή
休憩を取る きゅうけいをとる

άλλο, ρήμα

  1. 01 κάνω διάλειμμα
休業 きゅうぎょう N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διακοπή λειτουργίας, προσωρινό κλείσιμο (καταστήματος, σχολείου κ.λπ.), αναστολή εργασιών, αργία
休学 きゅうがく N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσωρινή διακοπή φοίτησης
休校 きゅうこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσωρινή διακοπή λειτουργίας σχολείου