167 αποτελέσματα για «会»
会う あう N5
ρήμα
- 01 συναντώ, βλέπω
- 02 παθαίνω ατύχημα, παθαίνω κάτι κακό
会話 かいわ N4
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συζήτηση, κουβέντα, συνομιλία
会社 かいしゃ N5
ουσιαστικό
- 01 εταιρεία, επιχείρηση
- 02 χώρος εργασίας, εργασιακός χώρος
会 え
ουσιαστικό
- 01 συνάθροιση (ιδίως βουδιστική, εορταστική, κ.λπ.)
会 かい
ουσιαστικό
- 01 συνάντηση, συγκέντρωση, πάρτι, σύναξη, διάσκεψη, αθλητική διοργάνωση
- 02 κοινωνία, ένωση, σύλλογος
会場 かいじょう N4
ουσιαστικό
- 01 αίθουσα συγκεντρώσεων, τόπος συνάντησης, χώρος εκδήλωσης, χώρος, τοποθεσία
会議 かいぎ N4
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συνάντηση, σύσκεψη, διάσκεψη, συνεδρίαση, συνέλευση, συμβούλιο, συνέδριο, κογκρέσο
会長 かいちょう
ουσιαστικό
- 01 πρόεδρος (ενός συλλόγου), πρόεδρος
会釈 えしゃく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ελαφρά υπόκλιση (ως χαιρετισμός ή ένδειξη ευγνωμοσύνης), νεύμα, χαιρετισμός
- 02 διακριτικότητα, περίσκεψη
会合 かいごう N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συνάντηση, συγκέντρωση, συνέλευση
- 02 ένωση, σύλλογος
- 03 σύζευξη, συνδυασμός
会見 かいけん N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συνέντευξη, ακρόαση, συνάντηση, εκδήλωση
会議室 かいぎしつ N4
ουσιαστικό
- 01 αίθουσα συσκέψεων, αίθουσα συνεδριάσεων
会談 かいだん N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συνομιλίες (δηλ. επίσημες συζητήσεις), συνέδριο, συνάντηση
会計 かいけい N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 λογιστική, χρηματοοικονομικά, λογαριασμός, υπολογισμός, απολογισμός
- 02 λογαριασμός (στο εστιατόριο), απόδειξη
- 03 λογιστής, ταμίας, υπεύθυνος πληρωμών
- 04 διευθέτηση, τακτοποίηση (λογαριασμού, αμοιβής κ.λπ.), πληρωμή
- 05 οικονομική κατάσταση
会員 かいいん N3
ουσιαστικό
- 01 μέλος, η ιδιότητα του μέλους
会社員 かいしゃいん
ουσιαστικό
- 01 υπάλληλος εταιρείας, υπάλληλος γραφείου, εργαζόμενος σε γραφείο
会食 かいしょく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κοινό γεύμα, συνδείπνο, συγκατανάλωση τροφής
会得 えとく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κατανόηση, αντίληψη, σύλληψη, εκτίμηση, εξοικείωση (με μια τέχνη ή δεξιότητα)
会う約束 あうやくそく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ραντεβού, συνάντηση
会心 かいしん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ικανοποίηση, ευχαρίστηση, πληρότητα
- 02 κρίσιμο χτύπημα