185 αποτελέσματα για «体»
体 からだ N5
ουσιαστικό
- 01 σώμα
- 02 κορμός, σώμα
- 03 σωματότυπος, σωματική διάπλαση, κορμοστασιά, φιγούρα (ως σχήμα σώματος)
- 04 υγεία, κράση (του οργανισμού)
体 たい
ουσιαστικό, άλλο
- 01 σώμα, σωματική διάπλαση, στάση σώματος
- 02 σχήμα, μορφή, ύφος
- 03 ουσία, ταυτότητα, πραγματικότητα
- 04 πεδίο
- 05 επιθετικός προσδιορισμός για ανθρωπόμορφες μορφές (π.χ. κούκλες, αγάλματα, πτώματα κ.λπ.)
- 06 γραμματοσειρά, τύπος
体力 たいりょく N1
ουσιαστικό
- 01 σωματική δύναμη, δύναμη, αντοχή, σφρίγος, ζωντάνια, αντοχή στις ασθένειες
- 02 δύναμη (επιχείρησης, οικονομίας, κ.λπ.)
体験 たいけん N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πρακτική εμπειρία, προσωπική εμπειρία, βιωματική εμπειρία, άμεση εμπειρία
体調 たいちょう
ουσιαστικό
- 01 σωματική κατάσταση, κατάσταση υγείας, φόρμα
体勢 たいせい
ουσιαστικό
- 01 στάση σώματος, θέση, στάση
体重 たいじゅう N3
ουσιαστικό
- 01 σωματικό βάρος
体内 たいない
ουσιαστικό
- 01 μέσα στο σώμα, εντός του σώματος
体温 たいおん N3
ουσιαστικό
- 01 θερμοκρασία σώματος
体格 たいかく N1
ουσιαστικό
- 01 σωματική διάπλαση, σωματότυπος, κράση
体制 たいせい N2
ουσιαστικό
- 01 τάξη, σύστημα, δομή, διάρθρωση, συγκρότηση, οργάνωση
体質 たいしつ
ουσιαστικό
- 01 σωματική διάπλαση, φυσική κατάσταση, προδιάθεση (σε ασθένειες), ιδιοσυγκρασία, τάση
- 02 χαρακτήρας (μιας ομάδας, ενός οργανισμού κ.λπ.), έμφυτα χαρακτηριστικά, σύσταση, φύση, κουλτούρα
体育館 たいいくかん
ουσιαστικό
- 01 γυμναστήριο
体育 たいいく N3
ουσιαστικό
- 01 φυσική αγωγή, Φ.Α., γυμναστική (μάθημα)
体中 からだじゅう
ουσιαστικό
- 01 σε ολόκληρο το σώμα, από την κορυφή ως τα νύχια, παντού
体型 たいけい
ουσιαστικό
- 01 σωματική διάπλαση, σωματότυπος, κορμοστασιά, μορφή
- 02 σωματότυπος, βιότυπος, σωματική διάπλαση
体を起こす からだをおこす
άλλο, ρήμα
- 01 σηκώνομαι, ανασηκώνομαι, ισιώνω, κάθομαι, ορθώνομαι
体当たり たいあたり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εμβολισμός, ρίψη του σώματος πάνω σε κάποιον ή κάτι
- 02 ολοκληρωτική ενασχόληση με κάτι (π.χ. ένας ρόλος), καταβολή κάθε προσπάθειας
体を動かす からだをうごかす
άλλο, ρήμα
- 01 ασκούμαι σωματικά, είμαι σωματικά δραστήριος, κινώ το σώμα μου
体液 たいえき
ουσιαστικό
- 01 σωματικό υγρό
- 02 σπέρμα