31 αποτελέσματα για «侵»

侵入 しんにゅう N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εισβολή, επιδρομή, έφοδος, επίθεση, παρείσφρηση, παραβίαση, διείσδυση, χακάρισμα
侵入者 しんにゅうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εισβολέας, καταπατητής, επιδρομέας
侵攻 しんこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εισβολή
侵す おかす N1

ρήμα

  1. 01 εισβάλλω, κάνω επιδρομή, παραβιάζω (εναέριο χώρο κ.λπ.), παρεισφρέω, καταπατώ
  2. 02 προσβάλλω, καταστρατηγώ
  3. 03 βλάπτω, προσβάλλω, επηρεάζω (αρνητικά)
侵略 しんりゃく N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εισβολή (π.χ. σε χώρα), επιδρομή, επίθεση, επιθετικότητα
侵食 しんしょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραβίαση, εισβολή, διάβρωση (π.χ. μεριδίου αγοράς, δικαιωμάτων)
  2. 02 διάβρωση, διάβρωση (από χημικά ή περιβαλλοντικά αίτια)
侵害 しんがい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραβίαση, προσβολή, κατάχρηση, εισβολή, καταπάτηση
侵略者 しんりゃくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εισβολέας, επιτιθέμενος
侵略戦争 しんりゃくせんそう

ουσιαστικό

  1. 01 επιθετικός πόλεμος, κατακτητικός πόλεμος
侵犯 しんぱん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραβίαση (ξένου εδάφους, δικαιωμάτων, κ.λπ.), εισβολή, προσβολή
侵略行為 しんりゃくこうい

ουσιαστικό

  1. 01 επιθετική ενέργεια
侵略軍 しんりゃくぐん

ουσιαστικό

  1. 01 στρατός εισβολής
侵略的 しんりゃくてき

επίθετο

  1. 01 επιθετικός
侵襲 しんしゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εισβολή, προσβολή
  2. 02 τραυματισμός (λόγω ιατρικής επέμβασης, λοίμωξης κ.λπ.)
侵出 しんしゅつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εισβολή, διείσδυση
侵略国 しんりゃくこく

ουσιαστικό

  1. 01 επιθετικό κράτος
侵入軍 しんにゅうぐん

ουσιαστικό

  1. 01 στρατός εισβολής
侵寇 しんこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιβλαβής στρατιωτική κατάκτηση, κατοχή ξένων χωρών
侵害者 しんがいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εισβολέας, καταπατητής
侵奪 しんだつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σφετερισμός