368 αποτελέσματα για «入»
入る はいる N5
ρήμα
- 01 εισέρχομαι, μπαίνω, έρχομαι μέσα, πηγαίνω μέσα, φτάνω
- 02 γίνομαι μέλος (π.χ. σε σύλλογο, εταιρεία), εισέρχομαι (π.χ. σε πανεπιστήμιο, στρατό), εγγράφομαι, αναλαμβάνω (π.χ. πολιτική), μπαίνω
- 03 περιέχεται (σε), περιλαμβάνεται (σε), είναι μέσα (π.χ. σε ένα κουτί), υπάγομαι (σε μια επικεφαλίδα), ανήκω (σε μια κατηγορία)
- 04 χωράω (σε δοχείο, κτίριο κ.λπ.), μπορώ να κρατηθώ, μπορώ να φιλοξενηθώ
- 05 εισάγομαι, φέρομαι μέσα, εγκαθίσταμαι
- 06 γίνομαι δεκτός, αποκτώμαι
- 07 πετυχαίνονται (για πόντους), κερδίζονται (για ψήφους)
- 08 ανάβω, αρχίζω να λειτουργώ, αρχίζω να δουλεύω
- 09 εισέρχομαι (σε μήνα, εποχή κ.λπ.), φτάνω (π.χ. σε αποκορύφωμα), προσεγγίζω (π.χ. το κύριο θέμα), εισέρχομαι (π.χ. σε διαπραγματεύσεις), αρχίζω, ξεκινώ
- 10 σχηματίζομαι (για ρωγμή, σχισμή κ.λπ.), αναπτύσσομαι
- 11 καταβάλλομαι (για προσπάθεια, πνεύμα, συναίσθημα κ.λπ.), εφαρμόζομαι (π.χ. για δύναμη)
- 12 είμαι έτοιμος (για τσάι, καφέ κ.λπ.), φτιάχνομαι
- 13 μπαίνω στον οργανισμό (για αλκοόλ), μεθάω
入れる いれる N5
ρήμα
- 01 βάζω μέσα, τοποθετώ, αφήνω να μπει, επιτρέπω την είσοδο, φέρνω μέσα, εισάγω, εγκαθιστώ (π.χ. λογισμικό), τοποθετώ (π.χ. κόσμημα), χρωματίζω (π.χ. τατουάζ)
- 02 δέχομαι, προσλαμβάνω, απασχολώ
- 03 δέχομαι, συμμορφώνομαι, χορηγώ, υιοθετώ (π.χ. πολιτική), λαμβάνω (π.χ. συμβουλή), ακούω, δίνω προσοχή
- 04 περιλαμβάνω
- 05 πληρώνω (π.χ. το ενοίκιο)
- 06 ρίχνω (π.χ. ψήφο), ψηφίζω
- 07 φτιάχνω (π.χ. τσάι, καφέ)
- 08 ανάβω (π.χ. διακόπτη)
- 09 στέλνω (π.χ. φαξ), καλώ, τηλεφωνώ
入り口 いりぐち
ουσιαστικό
- 01 είσοδος, πύλη, στόμιο, προσπέλαση
入り込む はいりこむ
ρήμα
- 01 μπαίνω, εισέρχομαι, διεισδύω, εισχωρώ (π.χ. σε ένα σπίτι)
- 02 περιπλέκομαι
入り いり
ουσιαστικό
- 01 είσοδος
- 02 προσέλευση, παρουσία, αριθμός (επισκεπτών, πελατών κ.λπ.)
- 03 περιεχόμενο
- 04 εισόδημα, κέρδη, εισπράξεις
- 05 έξοδα, δαπάνες
- 06 δύση (του Ήλιου ή της Σελήνης)
- 07 αρχή, έναρξη, πρώτη ημέρα (π.χ. εβδομάδας ισημερίας, θερινού ηλιοστασίου κ.λπ.)
入学 にゅうがく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εισαγωγή (σε σχολείο ή πανεπιστήμιο), είσοδος, εγγραφή
入院 にゅういん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 νοσηλεία
入手 にゅうしゅ N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 απόκτηση, εξασφάλιση, προμήθεια, περιέλευση (στην κατοχή)
入れ替わる いれかわる
ρήμα
- 01 αντικαθιστώ (κάποιον ή κάτι), αντικαθίσταμαι, ανταλλάσσομαι
- 02 αλλάζω (θέσεις, βάρδιες κ.λπ. με κάποιον), ανταλλάσσω
入 しお
επίθημα, άλλο
- 01 μετρητής για εμβαπτίσεις (υφάσματος σε βαφή)
入る いる
ρήμα, επίθημα
- 01 εισέρχομαι, μπαίνω, εισχωρώ
- 02 δύω (για τον ήλιο ή τη σελήνη), βυθίζομαι
- 03 κατακτώ (νιρβάνα, φώτιση κ.λπ.), επιτυγχάνω, φτάνω (π.χ. σε κορύφωση)
- 04 ενεργώ πλήρως, ενεργώ έντονα, ενεργώ ειλικρινά, ενεργώ βαθιά, αισθάνομαι έντονα
- 05 φτάνω πλήρως σε μια κατάσταση
入れ替える いれかえる
ρήμα
- 01 αντικαθιστώ, υποκαθιστώ, εναλλάσσω, αλλάζω
- 02 μετακινώ, μεταφέρω
入れ いれ
ουσιαστικό
- 01 δοχείο, υποδοχέας, θήκη, τσάντα, πουγκί, κουτί, στήριγμα
- 02 εισαγωγή, τοποθέτηση μέσα
入力 にゅうりょく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 είσοδος, εισαγωγή (δεδομένων), καταχώριση (δεδομένων), πληκτρολόγηση
入浴 にゅうよく N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 λούσιμο, λουτρό
入室 にゅうしつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 είσοδος σε δωμάτιο
- 02 μαθητεία κοντά σε βουδιστή δάσκαλο
入場 にゅうじょう N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 είσοδος, εισαγωγή, πρόσβαση
入学式 にゅうがくしき
ουσιαστικό
- 01 τελετή υποδοχής μαθητών σε σχολικό ίδρυμα
入り混じる いりまじる
ρήμα
- 01 ανακατεύομαι, μπλέκομαι, αναμιγνύομαι
入れ替わり いれかわり
ουσιαστικό
- 01 αντικατάσταση, αναπλήρωση, εναλλαγή, μετατόπιση