90 αποτελέσματα για «写»

写真 しゃしん N5

ουσιαστικό

  1. 01 φωτογραφία
  2. 02 ταινία, κινηματογραφική ταινία
写る うつる N3

ρήμα

  1. 01 φωτογραφίζομαι, προβάλλομαι
写真を撮る しゃしんをとる

άλλο, ρήμα

  1. 01 βγάζω φωτογραφία
写す うつす N4

ρήμα

  1. 01 αντιγράφω, αναπαράγω, αποτυπώνω, μεταγράφω
  2. 02 περιγράφω, απεικονίζω, σκιαγραφώ, εκφράζω
  3. 03 μιμούμαι, παίρνω ως πρότυπο
  4. 04 φωτογραφίζω, τραβάω φωτογραφία, βιντεοσκοπώ, κινηματογραφώ
写し うつし N1

ουσιαστικό

  1. 01 αντίγραφο, φωτοαντίγραφο, πιστό αντίγραφο, μεταγραφή
  2. 02 κοινοποίηση (σε ηλεκτρονικά μηνύματα), αντίγραφο
写真集 しゃしんしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 φωτογραφικό λεύκωμα (ιδίως αυτό που περιλαμβάνει φωτογραφίες γυναικών διασημοτήτων ή μοντέλων), φωτογραφικό άλμπουμ
写本 しゃほん

ουσιαστικό

  1. 01 χειρόγραφο, χειρόγραφο αντίγραφο βιβλίου, κώδικας, μεταγραφή, αντιγραφή
写メ しゃメ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ηλεκτρονικό μήνυμα με συνημμένες φωτογραφίες που αποστέλλεται από κινητό τηλέφωνο
  2. 02 φωτογραφία τραβηγμένη με κινητό τηλέφωνο, λήψη φωτογραφίας με κινητό τηλέφωνο
写真撮影 しゃしんさつえい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φωτογράφηση, λήψη φωτογραφιών
写真立て しゃしんたて

ουσιαστικό

  1. 01 κορνίζα φωτογραφίας (με στήριγμα)
写生 しゃせい N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σχεδιασμός εκ του φυσικού, αποτύπωση της φύσης, απεικόνιση, περιγραφή
写し取る うつしとる

ρήμα

  1. 01 αντιγράφω, καταγράφω, μεταγράφω, αναπαράγω, σχεδιάζω με διαφάνεια
写真家 しゃしんか

ουσιαστικό

  1. 01 φωτογράφος
写実的 しゃじつてき

επίθετο

  1. 01 ρεαλιστικός, παραστατικός, πιστός στην πραγματικότητα
写真機 しゃしんき

ουσιαστικό

  1. 01 φωτογραφική μηχανή
写真館 しゃしんかん

ουσιαστικό

  1. 01 φωτογραφείο
写真屋 しゃしんや

ουσιαστικό

  1. 01 φωτογραφείο, φωτογράφος
  2. 02 κατάστημα φωτογραφικών ειδών
  3. 03 φωτογραφικό εργαστήριο, κατάστημα εμφάνισης φωτογραφιών
写実 しゃじつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ρεαλισμός, ρεαλιστική απεικόνιση, ακριβής αναπαράσταση
写経 しゃきょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χειρόγραφη αντιγραφή βουδιστικών κειμένων, αντιγραφή σούτρα
写真展 しゃしんてん

ουσιαστικό

  1. 01 έκθεση φωτογραφίας, φωτογραφική έκθεση