27 αποτελέσματα για «刷»

刷り込む すりこむ

ρήμα

  1. 01 τυπώνω (πάνω σε κάτι), εισάγω (μία εικονογράφηση), αποτυπώνω με στένσιλ (ένα μοτίβο)
  2. 02 εμφυσώ (μία σκέψη, εντύπωση κ.λπ.), εντυπώνω (π.χ. στο υποσυνείδητο)
刷る する N3

ρήμα

  1. 01 εκτυπώνω
  2. 02 τυπώνω ύφασμα με ξύλινο καλούπι
刷毛 はけ

ουσιαστικό

  1. 01 πινέλο (για βάψιμο, επάλειψη τροφίμων κ.λπ.)
刷り込み すりこみ

ουσιαστικό

  1. 01 αποτύπωση (στην ηθολογία), στένσιλ
刷新 さっしん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μεταρρύθμιση, ανακαίνιση
さつ

επίθημα, άλλο

  1. 01 εκτύπωση, αποτύπωση, έκδοση
刷り すり

ουσιαστικό

  1. 01 εκτύπωση
刷く はく

ρήμα

  1. 01 αλοιφώ, αλείφω με πινέλο, περνώ με πινέλο, κάνω ρετούς
刷り上がる すりあがる

ρήμα

  1. 01 ολοκληρώνεται η εκτύπωση
刷り直す すりなおす

ρήμα

  1. 01 ανατυπώνω (βιβλίο)
刷り出す すりだす

ρήμα

  1. 01 εκτυπώνω, δημοσιεύω, αρχίζω να τυπώνω
刷り上げる すりあげる

ρήμα

  1. 01 ολοκληρώνω την εκτύπωση, εκτυπώνω όλα τα αντίτυπα
刷毛目 はけめ

ουσιαστικό

  1. 01 αποτυπώματα πινέλου
刷り物 すりもの

ουσιαστικό

  1. 01 έντυπο υλικό
刷子 さっし

ουσιαστικό

  1. 01 βούρτσα
刷毛先 はけさき

ουσιαστικό

  1. 01 άκρη πινέλου
刷毛塗り はけぬり

ουσιαστικό

  1. 01 εφαρμογή με πινέλο, επίστρωση με πινέλο, βάψιμο με πινέλο
刷り立て すりたて

ουσιαστικό

  1. 01 φρεσκοτυπωμένος, μόλις τυπωμένος
刷本 すりほん

ουσιαστικό

  1. 01 ασύρματο βιβλίο (νωπό από το πιεστήριο), τυπωμένα φύλλα
刷り損なう すりそこなう

ρήμα

  1. 01 εκτυπώνω λανθασμένα, καταστρέφω κατά την εκτύπωση