31 αποτελέσματα για «功»

功績 こうせき N2

ουσιαστικό

  1. 01 επίτευγμα, αξιόλογο έργο, διακεκριμένη υπηρεσία, προσφορά, συμβολή
功を奏する こうをそうする

άλλο, ρήμα

  1. 01 πετυχαίνω, αποδίδω καρπούς
こう

ουσιαστικό

  1. 01 αξία, επιτυχία, αξιέπαινη πράξη
  2. 02 επίτευγμα, συσσωρευμένη εμπειρία
功労者 こうろうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 άνθρωπος που έχει προσφέρει εξαιρετικές υπηρεσίες
功徳 くどく

ουσιαστικό

  1. 01 αρετή, ευσεβής πράξη, πράξη αρετής, πράξη ελεημοσύνης
  2. 02 θεϊκή ανταμοιβή (για ενάρετες πράξεις), χάρη (των βουδών και των θεών), ευλογία
  3. 03 αξία, meritum
功名 こうみょう

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλο επίτευγμα, ένδοξη πράξη, απόκτηση φήμης, κέρδος διάκρισης
功名心 こうみょうしん

ουσιαστικό

  1. 01 φιλοδοξία, επιδίωξη διακρίσεως
功を焦る こうをあせる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ενεργώ βιαστικά στην επιδίωξη δόξας, σπεύδω για την επιτυχία, επιδιώκω με υπερβολική ανυπομονησία την επιτυχία
功労 こうろう

ουσιαστικό

  1. 01 εξαιρετική προσφορά, σημαντικές υπηρεσίες
功罪 こうざい

ουσιαστικό

  1. 01 πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα, θετικά και αρνητικά σημεία, προτερήματα και ελαττώματα
功臣 こうしん

ουσιαστικό

  1. 01 άξιος αυλικός, ευεργέτης της αυτοκρατορίας
功を奏す こうをそうす

άλλο, ρήμα

  1. 01 πετυχαίνω, αποδίδω καρπούς
功利的 こうりてき

επίθετο

  1. 01 ωφελιμιστικός
功利 こうり

ουσιαστικό

  1. 01 χρησιμότητα, ωφέλεια
功利主義 こうりしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ωφελιμισμός
功労賞 こうろうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 βραβείο για διακεκριμένες υπηρεσίες
功業 こうぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 κατόρθωμα, επίτευγμα
功徳を積む くどくをつむ

άλλο, ρήμα

  1. 01 συγκεντρώνω πνευματικά οφέλη, κάνω καλές πράξεις για πνευματική συγκομιδή
功力 くりき

ουσιαστικό

  1. 01 αξία ή καρπός ευσεβών πράξεων ή θρησκευτικής άσκησης
功力 こうりき

ουσιαστικό

  1. 01 πνευματική δύναμη που πηγάζει από τη βουδιστική πειθαρχία