299 αποτελέσματα για «半»
半分 はんぶん N5
επίρρημα, ουσιαστικό
- 01 μισό
半分 はんぷん
ουσιαστικό
- 01 μισό λεπτό
半 はん N5
ουσιαστικό
- 01 μισός, ημι-, μερικός
- 02 και μισή (για την ώρα)
- 03 μονός αριθμός
- 04 χαν (μονάδα εμβαδού γης, περίπου 595,8 τ.μ.)
半ば なかば N3
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 μέση, ενδιάμεσα, στα μισά
- 02 μισό, το μισό (ενός πράγματος)
- 03 εν μέρει, μερικώς, μισο- (ως πρόθημα, π.χ. μισοτελειωμένος, μισοαστεία)
- 04 σχεδόν, παραλίγο, κυρίως
半年 はんとし
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 μισός χρόνος, έξι μήνες
半日 はんにち
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 μισή μέρα
半端 はんぱ N1
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 υπόλειμμα, θραύσμα, ημιτελές σύνολο, ατέλεια
- 02 κλάσμα, υπόλοιπο ποσό
- 03 μέση κατάσταση, ημιτελής, επιφανειακός
- 04 ανεύθυνος, ανόητος
半数 はんすう
ουσιαστικό
- 01 το μισό του αριθμού, μισό (ποσότητας)
- 02 απλοειδής (οργανισμός, κύτταρο κ.λπ.), απλοειδής οργανισμός
半身 はんしん
ουσιαστικό
- 01 μισό σώμα, μισό μήκος
半身 はんみ
ουσιαστικό
- 01 στάση με τα πόδια σε σχήμα λάμδα, όπου το ένα πόδι είναι λυγισμένο μπροστά και το άλλο εκτεταμένο πίσω (πολεμικές τέχνες, παραδοσιακό θέατρο)
半月 はんげつ
ουσιαστικό
- 01 ημισέληνος
- 02 μισός μήνας
- 03 ημικύκλιο
半信半疑 はんしんはんぎ
ουσιαστικό
- 01 εν μέρει δύσπιστος, εν μέρει πεπεισμένος, καχύποπτος, δύσπιστος
半透明 はんとうめい
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 ημιδιαφανής
半径 はんけい N2
ουσιαστικό
- 01 ακτίνα
半開き はんびらき
ουσιαστικό
- 01 μισάνοιχτος, μισάνθιστος
半泣き はんなき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 έτοιμος να βάλει τα κλάματα, στα πρόθυρα του κλάματος
半歩 はんぽ
ουσιαστικό
- 01 μισό βήμα
- 02 μισό βήμα
半歩 はんぶ
ουσιαστικό
- 01 μονάδα μέτρησης επιφάνειας γης (αρχικά 595,044 τ.μ.)
半減 はんげん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υποδιπλασιασμός, μείωση στο μισό
半裸 はんら
ουσιαστικό
- 01 ημίγυμνος