25 αποτελέσματα για «去»

去る さる N3

ρήμα, άλλο

  1. 01 φεύγω, αναχωρώ
  2. 02 περνάω
  3. 03 απέχω, βρίσκομαι μακριά
  4. 04 διώχνω, αποπέμπω, χωρίζω
  5. 05 εντελώς, πλήρως
  6. 06 προηγούμενος, περασμένος
去年 きょねん N5

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 πέρυσι
去り際 さりぎわ

ουσιαστικό

  1. 01 στιγμή της αναχώρησης, κατά την αποχώρηση, αποχώρηση
去来 きょらい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έλευση και αναχώρηση, επανερχόμενος (ιδίως για σκέψεις)
去勢 きょせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ευνουχισμός, στείρωση
  2. 02 εξασθένιση, αποδυνάμωση, εξημέρωση
去就 きょしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 αποχώρηση ή παραμονή
  2. 02 πορεία δράσης, θέση, στάση
去り行く さりゆく

ρήμα

  1. 01 αποχωρώ
去る者は追わず さるものはおわず

άλλο

  1. 01 μην κυνηγάς όποιον φεύγει
去る者追わず さるものおわず

άλλο

  1. 01 μην κυνηγάς αυτόν που φεύγει
去年末 きょねんまつ

ουσιαστικό

  1. 01 τέλος του προηγούμενου έτους
去勢手術 きょせいしゅじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 χειρουργική ευνουχισμός, εγχείρηση ευνουχισμού, στείρωση, ορχεκτομή
去月 きょげつ

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 προηγούμενος μήνας
去勢牛 きょせいうし

ουσιαστικό

  1. 01 ευνουχισμένος ταύρος, βόδι
去痰 きょたん

ουσιαστικό

  1. 01 απόχρεμψη
去る者は日々に疎し さるものはひびにうとし

άλλο

  1. 01 με τον καιρό ξεχνάμε όσους πέθαναν, μάτια που δεν βλέπονται γρήγορα λησμονιούνται
  2. 02 οι φιλίες ξεθωριάζουν λόγω της απόστασης
去痰薬 きょたんやく

ουσιαστικό

  1. 01 αποχρεμπτικό
去る者日々に疎し さるものひびにうとし

άλλο

  1. 01 με τον καιρό λησμονούμε εκείνους που έχουν πεθάνει, μακριά από τα μάτια, μακριά από την καρδιά
  2. 02 οι φιλίες ξεθωριάζουν με την απόσταση
去声 きょしょう

ουσιαστικό

  1. 01 κατερχόμενος τόνος (στην κινεζική γλώσσα)
去勢コンプレックス きょせいコンプレックス

ουσιαστικό

  1. 01 σύμπλεγμα ευνουχισμού
去られん坊 さられんぼう

ουσιαστικό

  1. 01 διαζευγμένη γυναίκα