80 αποτελέσματα για «善»
善 ぜん N3
ουσιαστικό
- 01 καλό, αγαθότητα, ορθό, αρετή
善意 ぜんい
ουσιαστικό
- 01 ενάρετο πνεύμα
- 02 καλές προθέσεις, καλή θέληση
- 03 θετική νοοτροπία
- 04 καλή πίστη
善良 ぜんりょう N1
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 καλός (για άτομο, φύση κ.λπ.), καλόκαρδος, ενάρετος, έντιμος
善人 ぜんにん
ουσιαστικό
- 01 καλός άνθρωπος, ενάρετος άνθρωπος
- 02 καλοκάγαθος άνθρωπος, αφελής άνθρωπος
善悪 ぜんあく
ουσιαστικό
- 01 το σωστό και το λάθος, το καλό και το κακό
善処 ぜんしょ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 χειρίζομαι καταλλήλως μια κατάσταση, λαμβάνω τα κατάλληλα μέτρα, αντιμετωπίζω ένα ζήτημα με προσοχή, αξιοποιώ στο έπακρο μια δυσάρεστη κατάσταση
善行 ぜんこう
ουσιαστικό
- 01 καλή πράξη, καλή διαγωγή, αγαθοεργία
善は急げ ぜんはいそげ
άλλο
- 01 ενεργώ με ταχύτητα (όταν δεν έχω αμφιβολίες), χτυπάω το σίδερο όσο είναι ζεστό
善戦 ぜんせん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διεξάγω έντιμο αγώνα, παλεύω γενναία
善性 ぜんせい
ουσιαστικό
- 01 έμφυτη καλοσύνη του ανθρώπου
善と悪 ぜんとあく
άλλο
- 01 καλό και κακό
善後策 ぜんごさく
ουσιαστικό
- 01 διορθωτικό μέτρο, μέτρο αποκατάστασης, μέτρο ανακούφισης, αντίμετρο, θεραπεία
善政 ぜんせい
ουσιαστικό
- 01 χρηστή διακυβέρνηση
善導 ぜんどう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ορθή καθοδήγηση
善美 ぜんび
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 το καλό και το ωραίο
善事 ぜんじ
ουσιαστικό
- 01 καλό πράγμα, αγαθοεργία
善意の第三者 ぜんいのだいさんしゃ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 καλόπιστος τρίτος
善哉 ぜんざい
επιφώνημα, ουσιαστικό
- 01 εύγε!, μπράβο!
- 02 ζενζάι, σούπα από κόκκινα φασόλια αζούκι
善悪の区別 ぜんあくのくべつ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 διάκριση μεταξύ καλού και κακού
善男善女 ぜんなんぜんにょ
ουσιαστικό
- 01 ευσεβείς άνδρες και γυναίκες, θρησκευόμενοι άνθρωποι, οι πιστοί