23 αποτελέσματα για «囲»

囲む かこむ N3

ρήμα

  1. 01 περιβάλλω, κυκλώνω, περικλείω, περιφράσσω, περιτειχίζω
  2. 02 πολιορκώ
  3. 03 παίζω (παιχνίδια όπως το γκο, το σόγκι κ.λπ.)
囲う かこう

ρήμα

  1. 01 περικλείω, περιβάλλω, κυκλώνω, περιφράζω, χτίζω γύρω-γύρω
  2. 02 καταφεύγω (π.χ. εγκληματία), προστατεύω, κρύβω, παρέχω άσυλο
  3. 03 συντηρώ (π.χ. ερωμένη)
  4. 04 αποθηκεύω (π.χ. λαχανικά, φρούτα), διατηρώ
  5. 05 προστατεύω
囲い かこい

ουσιαστικό

  1. 01 περίφραξη, φράχτης, τοίχος, μάντρα
  2. 02 αποθήκευση (φρούτων, λαχανικών κ.λπ.)
  3. 03 διαχωρισμένος χώρος δωματίου για την τέλεση τελετών τσαγιού
  4. 04 ερωμένη
  5. 05 κάστρο, ισχυρή αμυντική θέση
囲い込む かこいこむ

ρήμα

  1. 01 περικλείω, περιφράσσω, εγκλείω σε μάντρα, περιορίζω
囲碁 いご

ουσιαστικό

  1. 01 γκό (επιτραπέζιο παιχνίδι)
囲炉裏 いろり

ουσιαστικό

  1. 01 χωνευτή εστία, υποδαπέδιο τζάκι
囲み かこみ

ουσιαστικό

  1. 01 περίφραξη, πλαίσιο, κουτί
  2. 02 πολιορκία
囲い込み かこいこみ

ουσιαστικό

  1. 01 περίφραξη, εγκλωβισμός, μάντρωμα
  2. 02 περίφραξη (περίφραξη κοινής γης για ιδιωτική ιδιοκτησία)
囲繞 いじょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περίκλειση, περιβάλλον
囲みを破る かこみをやぶる

άλλο, ρήμα

  1. 01 σπάω την πολιορκία
囲い者 かこいもの

ουσιαστικό

  1. 01 παλλακίδα, ερωμένη
囲み取材 かこみしゅざい

ουσιαστικό

  1. 01 αυθόρμητη συνέντευξη τύπου με κύκλο δημοσιογράφων
囲み記事 かこみきじ

ουσιαστικό

  1. 01 πλαίσιο σε εφημερίδα, ένθετο άρθρο
囲壁 いへき

ουσιαστικό

  1. 01 περίβολος, εξωτερικός τοίχος
囲い女 かこいおんな

ουσιαστικό

  1. 01 παλλακίδα, ερωμένη
囲障 いしょう

ουσιαστικό

  1. 01 περίφραξη (ειδικά ανάμεσα σε κτίρια)
囲郭村 いかくそん

ουσιαστικό

  1. 01 περιτειχισμένος οικισμός, οχυρωμένη πόλη
囲みクラス かこみクラス

ουσιαστικό

  1. 01 περικλείουσα κλάση
囲み文字 かこみもじ

ουσιαστικό

  1. 01 περικλεισμένος χαρακτήρας, κυκλωμένο αλφαριθμητικό
囲い手 かこいて

ουσιαστικό

  1. 01 κακοϊτέ (αγωνιστική καρούτα), τεχνική κάλυψης του φύλλου, στυλ λήψης καρτών που χρησιμοποιείται κυρίως για φύλλα με μακρύ κιμαρίτζι