107 αποτελέσματα για «圧»

圧倒的 あっとうてき

επίθετο

  1. 01 συντριπτικός
圧倒 あっとう N1

ρήμα, ουσιαστικό

  1. 01 κατατροπώνω (π.χ. έναν αντίπαλο), υπερισχύω, καταβάλλω, συνθλίβω, νικώ κατά κράτος
  2. 02 κατακλύζω (κάποιον με συναισθήματα), συγκινώ, εντυπωσιάζω, γεμίζω με συναίσθημα
  3. 03 εκφοβίζω, τρομοκρατώ, φοβίζω, απειλώ
圧力 あつりょく N1

ουσιαστικό

  1. 01 πίεση
  2. 02 πίεση (π.χ. πολιτική), άσκηση πίεσης, εκβίαση
圧迫 あっぱく N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πίεση
  2. 02 καταπίεση, περιστολή
あつ

ουσιαστικό

  1. 01 πίεση, δύναμη
圧縮 あっしゅく N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συμπίεση
  2. 02 συμπύκνωση, βράχυνση, σύνοψη
  3. 03 συμπίεση (δεδομένων)
圧迫感 あっぱくかん

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθημα καταπίεσης
圧勝 あっしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συντριπτική νίκη, θριαμβευτική νίκη, σαρωτική νίκη, εκκωφαντική νίκη
圧力をかける あつりょくをかける

άλλο, ρήμα

  1. 01 ασκώ πίεση, πιέζω, ασκώ πίεση σε κάποιον (για να τον αναγκάσω να κάνει κάτι)
圧巻 あっかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κορύφωση, το καλύτερο μέρος
  2. 02 εντυπωσιακός, απίστευτος, θεαματικός, συναρπαστικός
  3. 03 εντυπωσιάζω, καταπλήσσω, προκαλώ δέος
圧し掛かる おしかかる

ρήμα

  1. 01 σκύβω πάνω από κάποιον, γέρνω πάνω σε κάποιον
  2. 02 πλακώνω, βαραίνω, καταβάλλω
圧する あっする

ρήμα

  1. 01 πιέζω
  2. 02 καταπιέζω, κυριαρχώ, συνθλίβω
圧政 あっせい

ουσιαστικό

  1. 01 καταπιεστική διακυβέρνηση, τυραννικό καθεστώς, δεσποτισμός
圧殺 あっさつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύνθλιψη μέχρι θανάτου
  2. 02 καταστολή, φίμωση, καταπνιγμός (ελπίδας, ελευθερίας, κ.λπ.)
圧死 あっし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θάνατος από σύνθλιψη, συνθλίβομαι μέχρι θανάτου
圧搾 あっさく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πίεση, συμπίεση, στύψιμο
圧倒的多数 あっとうてきたすう

ουσιαστικό

  1. 01 συντριπτική πλειοψηφία
圧力を加える あつりょくをくわえる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ασκώ πίεση σε, πιέζω
圧壊 あっかい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύνθλιψη, θραύση λόγω άσκησης πίεσης
圧制 あっせい

ουσιαστικό

  1. 01 καταπίεση, τυραννία, δεσποτισμός