154 αποτελέσματα για «在»

ざい

ουσιαστικό, πρόθημα

  1. 01 ύπαιθρος, εξοχή
  2. 02 περίχωρα, προάστια
  3. 03 παρουσία, το να είσαι παρών
  4. 04 βρίσκομαι σε, μένω σε, κατοικώ σε
在庫 ざいこ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απόθεμα
  2. 02 διαθέτω, διατίθεμαι
在籍 ざいせき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εγγράφομαι (σε σχολή), είμαι εγγεγραμμένος, είμαι μέλος (ομάδας, οργανισμού κ.λπ.)
在学 ざいがく N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φοιτώ, είμαι εγγεγραμμένος (σε σχολείο, πανεπιστήμιο κ.λπ.), είμαι μαθητής
在住 ざいじゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαμένω, κατοικώ, ζων
在宅 ざいたく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραμονή στο σπίτι
  2. 02 κατ' οίκον παρουσία
在校生 ざいこうせい

ουσιαστικό

  1. 01 εν ενεργεία μαθητής, εγγεγραμμένος σπουδαστής
在りし日 ありしひ

ουσιαστικό

  1. 01 περασμένες μέρες, παλιές εποχές, παλαιότερες ημέρες
  2. 02 κατά τη διάρκεια της ζωής κάποιου, όσο κάποιος είναι εν ζωή
在り処 ありか

ουσιαστικό

  1. 01 τοποθεσία (κάποιου πράγματος), τόπος που βρίσκεται κάτι, κρυψώνα
在位 ざいい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βασιλεία, παραμονή στον θρόνο
在来 ざいらい

ουσιαστικό

  1. 01 προϋπάρχων, ήδη υπάρχων, συμβατικός
在所 ざいしょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τοποθεσία, πατρίδα, πατρικό χωριό, κατοικία
在野 ざいや

ουσιαστικό

  1. 01 εκτός κυβέρνησης, στην αντιπολίτευση
  2. 02 ανεξάρτητος (π.χ. ερευνητής, επιστήμονας), ιδιώτης
在家 ざいけ

ουσιαστικό

  1. 01 κοσμικός, λαϊκός, απλός άνθρωπος
  2. 02 εξοχικό σπίτι, αγροικία, εξοχική κατοικία
在室 ざいしつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παρουσία στο δωμάτιο (ή στο γραφείο, κ.λπ.)
在職 ざいしょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εν ενεργεία, κατοχή θέσης, απασχόληση, υπηρεσία
在日米軍 ざいにちべいぐん

ουσιαστικό

  1. 01 Αμερικανικές δυνάμεις στην Ιαπωνία, USFJ
在京 ざいきょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραμονή στην πρωτεύουσα (δηλαδή το Τόκιο, ή παλαιότερα το Κιότο)
在留 ざいりゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαμονή (κυρίως στο εξωτερικό), παραμονή, ζωή
在日 ざいにち

άλλο, ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μόνιμος κάτοικος Ιαπωνίας (για αλλοδαπό), ευρισκόμενος στην Ιαπωνία (π.χ. για πρεσβεία)
  2. 02 Ζαϊνίτσι, Κορεάτης της Ιαπωνίας, Βορειοκορεάτης ή Νοτιοκορεάτης υπήκοος με μόνιμη διαμονή στην Ιαπωνία (που ήρθε στη χώρα πριν από το 1945 ή απόγονος τέτοιου προσώπου)