38 αποτελέσματα για «型»

かた N3

ουσιαστικό

  1. 01 τύπος, ύφος, στυλ, μοντέλο, πρότυπο
  2. 02 καλούπι, μήτρα, μοντέλο, πατρόν, σχέδιο, πρότυπο, στένσιλ, αποτύπωμα
  3. 03 κάτα (συγκεκριμένη ακολουθία στάσεων και κινήσεων στις πολεμικές τέχνες), τεχνοτροπία, στυλ (στο καμπούκι, στο νο κ.λπ.), φόρμα
  4. 04 σύμβαση, παράδοση, (τυποποιημένη) φόρμα, μορφή, φόρμουλα, τύπος, χρήση, έθιμο
  5. 05 (συγκεκριμένο) μέγεθος, διάσταση, ίντσες (σε μεγέθη οθονών, δίσκων, αισθητήρων εικόνας κ.λπ.)
  6. 06 (ταξινομική) μορφή
型録 カタログ

ουσιαστικό

  1. 01 κατάλογος
型破り かたやぶり

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ασυνήθιστος, αντισυμβατικός, πρωτότυπος, εκτός των καθιερωμένων
型紙 かたがみ

ουσιαστικό

  1. 01 πατρόν (για ραπτική)
  2. 02 διάτρητο πρότυπο
型通り かたどおり

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 τυπικός, σωστός, προκαθορισμένος, συμβατικός, στερεοτυπικός
型にはまる かたにはまる

άλλο, ρήμα

  1. 01 συμμορφώνομαι στα καθιερωμένα, ακολουθώ το τυποποιημένο πρότυπο, είμαι συμβατικός, είμαι στερεότυπος, στερούμαι πρωτοτυπίας, είμαι τετριμμένος
型抜き かたぬき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κοπή με καλούπι, διαμόρφωση με μήτρα
  2. 02 κουπάτ, φόρμα για μπισκότα
型番 かたばん

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμός μοντέλου
型式 かたしき

ουσιαστικό

  1. 01 μοντέλο (π.χ. οχήματος), τύπος
型落ち かたおち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παλιό μοντέλο (συσκευής, μηχανήματος κ.λπ.), ξεπερασμένος (λόγω της κυκλοφορίας νέου μοντέλου)
  2. 02 πτώση (τύπος ελαττώματος σε χύτευση μετάλλου)
型にはめる かたにはめる

άλλο, ρήμα

  1. 01 τυποποιώ, καλουπώνω, εντάσσω σε πρότυπο
型崩れ かたくずれ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χάσιμο φόρμας (ρούχων κ.λπ.), παραμόρφωση
型押し かたおし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σφράγιση, ανάγλυφη αποτύπωση, κατεργασία με καλούπι (π.χ. δέρματος), σφράγισμα
型枠 かたわく

ουσιαστικό

  1. 01 καλούπι, ξυλότυπος, μήτρα
型変換 かたへんかん

ουσιαστικό

  1. 01 μετατροπή τύπου
型代 かただい

ουσιαστικό

  1. 01 κόστος κατασκευής καλουπιού, τιμή μήτρας
型付け かたつけ

ουσιαστικό

  1. 01 τυπωμα με διάτρητο πρότυπο (σε ύφασμα)
  2. 02 τυποποίηση (δεδομένων)
型染め かたぞめ

ουσιαστικό

  1. 01 βαφή με διάτρητα πρότυπα (καταζόμε)
型物 かたもの

ουσιαστικό

  1. 01 κεραμικά κατασκευασμένα σε καλούπι
  2. 02 τυποποιημένο στυλ παραγωγής στο κιογκέν
型費 かたひ

ουσιαστικό

  1. 01 κόστος καλουπιών, έξοδα μήτρας