41 αποτελέσματα για «執»

執着 しゅうちゃく N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσκόλληση, προσήλωση, επιμονή, εμμονή, προσκόλληση (π.χ. σε παλιά έθιμα)
執拗 しつよう

επίθετο

  1. 01 επίμονος, πεισματάρης, αδιάλλακτος, ακαταπόνητος, επιτακτικός, ενοχλητικά επίμονος, αμετακίνητος, ξεροκέφαλος
執事 しつじ

ουσιαστικό

  1. 01 οικονόμος, μπάτλερ
  2. 02 αυλικός αξιωματούχος
  3. 03 διάκονος (Αγγλικανός, Λουθηρανός, κ.λπ.)
執務室 しつむしつ

ουσιαστικό

  1. 01 γραφείο (για παράδειγμα το Οβάλ Γραφείο)
執念 しゅうねん

ουσιαστικό

  1. 01 επιμονή, ακαταπόνητη προσπάθεια, εμμονή, αδιάλλακτη στάση
執行 しっこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκτέλεση, διεξαγωγή, πραγματοποίηση, υλοποίηση, επιβολή, άσκηση
  2. 02 εκτέλεση
  3. 03 αρχιμοναχός που εκτελεί διάφορα καθήκοντα σε ναό
執務 しつむ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκτέλεση υπηρεσιακών καθηκόντων
執筆 しっぴつ N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συγγραφή
  2. 02 συγγραφή
執り行う とりおこなう

ρήμα

  1. 01 τελώ (τελετή), διεξάγω
執る とる

ρήμα

  1. 01 αναλαμβάνω (κόπο), διεκπεραιώνω (υπόθεση), διοικώ (στράτευμα)
執心 しゅうしん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αφοσίωση, προσκόλληση, εμμονή
執念深い しゅうねんぶかい

επίθετο

  1. 01 εμμονικός, επίμονος, πεισματάρης, κακεντρεχής, μοχθηρός, εκδικητικός
執行部 しっこうぶ

ουσιαστικό

  1. 01 εκτελεστικό όργανο, διοίκηση, ηγεσία
執着心 しゅうちゃくしん

ουσιαστικό

  1. 01 προσκόλληση (σε κάτι), εμμονή
執行猶予 しっこうゆうよ

ουσιαστικό

  1. 01 αναστολή εκτέλεσης ποινής, ποινή με αναστολή
執刀 しっとう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χειρουργώ
執政 しっせい

ουσιαστικό

  1. 01 διοίκηση, κυβέρνηση, διαχειριστής, επικεφαλής εκτελεστικής εξουσίας
  2. 02 ύπατος (της γαλλικής δημοκρατίας, 1799-1804)
執政官 しっせいかん

ουσιαστικό

  1. 01 ύπατος (της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας)
執刀医 しっとうい

ουσιαστικό

  1. 01 χειρουργός
執筆者 しっぴつしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 συγγραφέας, συντάκτης, συνεργάτης