64 αποτελέσματα για «場»
場所 ばしょ N4
ουσιαστικό
- 01 μέρος, τόπος, τοποθεσία, σημείο, θέση, περιοχή
- 02 χώρος
- 03 τουρνουά σούμο
場合 ばあい N4
ουσιαστικό
- 01 περίπτωση, περίσταση, κατάσταση, συνθήκες
場合 ばやい
ουσιαστικό
- 01 περίπτωση, περίσταση, κατάσταση, συνθήκες
場 ば N3
ουσιαστικό
- 01 μέρος, σημείο, χώρος
- 02 πεδίο, επιστημονικός κλάδος, σφαίρα, τομέας
- 03 περίσταση, κατάσταση
- 04 σκηνή (θεατρικού έργου, ταινίας κ.λπ.)
- 05 συνεδρία
- 06 πεδίο, τραπέζι, επιφάνεια στην οποία τοποθετούνται τα χαρτιά
- 07 γύρος (ανατολικός, νότιος κ.λπ.)
- 08 πεδίο
- 09 πεδίο (στη ψυχολογία της Μορφής)
場面 ばめん N3
ουσιαστικό
- 01 σκηνή, σκηνικό, περιβάλλον, τόπος (όπου συμβαίνει κάτι), σενάριο, περίσταση, περίπτωση
- 02 σκηνή (σε ταινία, θεατρικό έργο), πλάνο
- 03 κατάσταση της αγοράς
場 じょう
ουσιαστικό
- 01 χώρος, τοποθεσία, εγκαταστάσεις, αρένα, στάδιο, πεδίο, πίστα
場合によって ばあいによって
άλλο
- 01 ανάλογα με την περίσταση, αν το επιτρέπουν ο χρόνος και οι συνθήκες
場違い ばちがい
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 εκτός τόπου και χρόνου, ακατάλληλος, που δεν ταιριάζει με το περιβάλλον
- 02 που παράγεται σε ανορθόδοξη ή ακατάλληλη τοποθεσία
場内 じょうない
ουσιαστικό
- 01 εντός των εγκαταστάσεων, εντός του χώρου, εντός του κτιρίου, αίθουσα, θέατρο
場を離れる ばをはなれる
άλλο, ρήμα
- 01 αποχωρώ από έναν χώρο, απομακρύνομαι
場合による ばあいによる
άλλο, ρήμα
- 01 εξαρτώμαι (από την περίσταση), αντιμετωπίζομαι κατά περίπτωση
場末 ばすえ
ουσιαστικό
- 01 περίχωρα πόλης, υποβαθμισμένη συνοικία
場外 じょうがい
ουσιαστικό
- 01 εκτός του χώρου (ή σταδίου, αγοράς, κ.λπ.), εκτός των εγκαταστάσεων, εκτός του κτιρίου, εκτός πίστας
場数を踏む ばかずをふむ
άλλο, ρήμα
- 01 αποκτώ εμπειρία, εξοικειώνομαι με κάτι
場数 ばかず
ουσιαστικό
- 01 εμπειρίες
場慣れ ばなれ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εμπειρία, εξοικείωση (με κάτι), αυτοσυγκράτηση σε κρίσιμη κατάσταση
場所取り ばしょとり
ουσιαστικό
- 01 προκαταβολική κατάληψη θέσης (π.χ. καθίσματος ή σημείου), εξασφάλιση θέσης, κράτηση τοποθεσίας
場を取る ばをとる
άλλο, ρήμα
- 01 καταλαμβάνω πολύ χώρο
場当たり ばあたり
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 λαϊκισμός, προσπάθεια εντυπωσιασμού, κενός λόγος, δημαγωγία
- 02 ευκαιριακός, πρόχειρος, τυχαίος
- 03 γενική δοκιμή
場所を取る ばしょをとる
άλλο, ρήμα
- 01 καταλαμβάνω χώρο, πιάνω χώρο