60 αποτελέσματα για «奥»

おく N3

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικό μέρος, εσωτερικό, πίσω μέρος (π.χ. συρταριού, λαιμού), βάθη (π.χ. δάσους), ενδότερα (π.χ. σπηλαίου), καρδιά, τέλος (π.χ. δρόμου, κήπου)
  2. 02 διαμέρισμα (στο πίσω μέρος ενός σπιτιού), εσωτερικό δωμάτιο
  3. 03 ενδότερα (του μυαλού ή της καρδιάς), βάθος (της καρδιάς), πίσω (από τα λόγια), μυστήρια (μιας τέχνης)
奥さん おくさん N5

ουσιαστικό

  1. 01 σύζυγος, γυναίκα, παντρεμένη κυρία
奥様 おくさま

ουσιαστικό

  1. 01 σύζυγος, γυναίκα, κυρία (ευγενική προσφώνηση παντρεμένης γυναίκας)
奥深い おくふかい

επίθετο

  1. 01 βαθύς, σύνθετος
  2. 02 βαθύς (σπηλιάς κ.λπ.), εσωτερικός, έσχατος
奥歯 おくば

ουσιαστικό

  1. 01 τραπεζίτης, γομφίος
奥底 おくそこ

ουσιαστικό

  1. 01 βάθος, βαθύ σημείο
  2. 02 βάθος (της καρδιάς)
奥義 おうぎ

ουσιαστικό

  1. 01 μυστικές τεχνικές (μιας τέχνης ή δεξιότητας), εσωτερικά μυστήρια, ουσία, πεμπτουσία, καρδιά
奥方 おくがた

ουσιαστικό

  1. 01 κυρία, σύζυγος ευγενούς
奥の手 おくのて

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 κρυμμένο ατού, ισχυρό χαρτί, έσχατη λύση
  2. 02 μυστικές ικανότητες, μυστικό, μυστήριο
  3. 03 αριστερό χέρι
奥まる おくまる

ρήμα

  1. 01 εκτείνεται βαθιά στο εσωτερικό, απλώνεται προς το πίσω μέρος
奥地 おくち

ουσιαστικό

  1. 01 ενδοχώρα, απόμερη περιοχή, αφιλόξενο εσωτερικό
奥行き おくゆき

ουσιαστικό

  1. 01 βάθος, μήκος
奥が深い おくがふかい

άλλο, επίθετο

  1. 01 βαθυστόχαστος, πολυδιάστατος
奥手 おくて

ουσιαστικό

  1. 01 όψιμη ποικιλία ρυζιού
  2. 02 όψιμες καλλιέργειες, όψιμα άνθη
  3. 03 άτομο που αναπτύσσεται αργά (π.χ. παιδί που φτάνει αργά στην εφηβεία), καθυστερημένη άνθηση
奥ゆかしい おくゆかしい

επίθετο

  1. 01 εκλεπτυσμένος, κομψός, χάριτος πλήρης, καλλιεργημένος
  2. 02 σεμνός, συγκρατημένος, διακριτικός, ταπεινόφρων
奥の間 おくのま

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικό δωμάτιο
奥山 おくやま

ουσιαστικό

  1. 01 απομακρυσμένο βουνό, ορεινή περιοχή
奥座敷 おくざしき

ουσιαστικό

  1. 01 πίσω δωμάτιο, εσωτερικό σαλόνι, καθιστικό
奥の手を使う おくのてをつかう

άλλο, ρήμα

  1. 01 χρησιμοποιώ το κρυφό μου χαρτί
奥庭 おくにわ

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικός κήπος, αυλή στο πίσω μέρος