41 αποτελέσματα για «始»

始める はじめる N4

ρήμα, άλλο

  1. 01 αρχίζω, ξεκινώ, εγκαινιάζω, δημιουργώ
  2. 02 ιδρύω (π.χ. επιχείρηση, σύλλογο), ανοίγω (π.χ. κατάστημα)
  3. 03 αρχίζω να..., ξεκινώ να...
始まる はじまる N5

ρήμα

  1. 01 αρχίζω, ξεκινάω
  2. 02 αρχίζω ξανά, ξεκινάω ξανά
  3. 03 χρονολογούμαι (από), προέρχομαι (από)
始末 しまつ N1

ουσιαστικό, ρήμα, επίθετο

  1. 01 διαχείριση, διεκπεραίωση, χειρισμός, τακτοποίηση, διευθέτηση, καθαρισμός, συγύρισμα, διάθεση, απόρριψη
  2. 02 εξέλιξη των γεγονότων, πορεία των πραγμάτων, περιστάσεις, συνθήκες, λεπτομέρειες
  3. 03 τελικό αποτέλεσμα (συνήθως κακό), κατάληξη, έκβαση
  4. 04 οικονομία, εξοικονόμηση, λιτότητα, φειδώ
始まり はじまり N3

ουσιαστικό

  1. 01 αρχή, προέλευση, έναρξη
始め はじめ

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 αρχή, ξεκίνημα, απαρχή, άνοιγμα
  2. 02 πρώτος (στη σειρά, κ.λπ.)
  3. 03 καταγωγή, προέλευση
  4. 04 όπως..., για να μην αναφέρω..., πόσο μάλλον...
始終 しじゅう N2

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 συνεχώς, από την αρχή ως το τέλος, από την αρχή ως το τέλος
始祖 しそ

ουσιαστικό

  1. 01 ιδρυτής, δημιουργός, πρωτοπόρος
始動 しどう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκκίνηση (μηχανής, κινητήρα κ.λπ.)
  2. 02 έναρξη, αρχή, εκκίνηση (έργου, σχεδίου κ.λπ.), ανάληψη δράσης
始業式 しぎょうしき

ουσιαστικό

  1. 01 τελετή έναρξης (της σχολικής χρονιάς)
始めは はじめは

άλλο

  1. 01 στην αρχή, αρχικά, πρωτύτερα
始業 しぎょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έναρξη εργασίας, έναρξη, άνοιγμα
始発 しはつ N1

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτο δρομολόγιο της ημέρας, πρώτο τρένο, πρώτο λεωφορείο
  2. 02 αναχώρηση από τον αρχικό σταθμό (λεωφορείου, τρένου κ.λπ.)
始末書 しまつしょ

ουσιαστικό

  1. 01 έγγραφη εξήγηση, έγγραφη απολογία
始末が悪い しまつがわるい

άλλο, επίθετο

  1. 01 δυσμεταχείριστος, δύστροπος, δύσκολος, ανυπόφορος, ανυπάκουος, αδιόρθωτος, επίμονος
始業時間 しぎょうじかん

ουσιαστικό

  1. 01 ώρα έναρξης, ώρα έναρξης εργασίας
始点 してん

ουσιαστικό

  1. 01 σημείο αφετηρίας, αρχικό σημείο, σημείο εκκίνησης
始原 しげん

ουσιαστικό

  1. 01 αρχή, καταγωγή, απαρχές
始発電車 しはつでんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτο δρομολόγιο τρένου (της ημέρας)
始末屋 しまつや

ουσιαστικό

  1. 01 οικονομικός άνθρωπος
始発駅 しはつえき

ουσιαστικό

  1. 01 αφετηρία σιδηροδρομικής γραμμής