56 αποτελέσματα για «嫌»

いや N5

επίθετο, επιφώνημα

  1. 01 αντιπαθώ, δεν θέλω, είμαι απρόθυμος
  2. 02 δυσάρεστος, απαίσιος, φρικτός, αηδιαστικός, ανεπιθύμητος
  3. 03 όχι!, σταμάτα!, φτάνει!
嫌い きらい N5

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 μισώ, αντιπαθώ, δυσάρεστος, απεχθής
  2. 02 τάση, ροπή, ίχνος, υπόνοια
  3. 03 διάκριση
嫌う きらう N3

ρήμα

  1. 01 μισώ, απεχθάνομαι, σιχαίνομαι, δεν συμπαθώ
  2. 02 αποφεύγω
  3. 03 αδιαφορώ, αγνοώ, παραβλέπω
  4. 04 βλάπτω, κάνω κακό (π.χ. η σκόνη στα μηχανήματα)
嫌がる いやがる N2

ρήμα

  1. 01 δείχνω δυσαρέσκεια, φαίνομαι να νιώθω άβολα, δείχνω απέχθεια
嫌がらせ いやがらせ

ουσιαστικό

  1. 01 παρενόχληση, ενόχληση
嫌悪 けんお

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αηδία, μίσος, αποστροφή, αποτροπιασμός
嫌味 いやみ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 αντιπάθεια, δυσάρεστη αίσθηση, αηδία, προσβλητικότητα, έλλειψη γούστου
  2. 02 αιχμηρή παρατήρηση, δυσάρεστο σχόλιο, ειρωνικό σχόλιο, καυστικό σχόλιο
嫌になる いやになる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αγανακτώ, βαριέμαι, αηδιάζω
嫌悪感 けんおかん

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθημα μίσους, έντονη αντιπάθεια, αποστροφή, αποτροπιασμός, αηδία, βδελυγμία
嫌々 いやいや N1

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 απρόθυμα, με δυσαρέσκεια, καταναγκαστικά
  2. 02 κουνώντας το κεφάλι για άρνηση (όπως ένα παιδί)
嫌というほど いやというほど

άλλο, ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 πάνω από το κανονικό, υπερβολικά
  2. 02 πικρά, αφόρητα, έντονα
嫌疑 けんぎ

ουσιαστικό

  1. 01 υποψία
嫌らしい いやらしい

επίθετο

  1. 01 δυσάρεστος, ανυπόφορος, απεχθής
  2. 02 άσεμνος, λαγνικός, αισχρός, βρώμικος, ανήθικος
嫌味を言う いやみをいう

άλλο, ρήμα

  1. 01 λέω ειρωνείες, κακόβουλα σχόλια, προκαλώ δυσάρεστη διάθεση
嫌気がさす いやけがさす

άλλο, ρήμα

  1. 01 βαριέμαι, σιχαίνομαι, αγανακτώ
嫌な思いをする いやなおもいをする

άλλο, ρήμα

  1. 01 νιώθω άβολα, προσβάλλομαι, περνάω άσχημα
嫌な気持ち いやなきもち

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 δυσάρεστο συναίσθημα
嫌気 いやき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απέχθεια, σιχαμάρα, δισταγμός, ανία
嫌い ぎらい

ουσιαστικό

  1. 01 αντιπάθεια, μίσος, φόβος
嫌みったらしい いやみったらしい

επίθετο

  1. 01 αντιπαθής, δυσάρεστος, αχώνευτος, αποκρουστικός, ειρωνικός, χαιρέκακος