33 αποτελέσματα για «恥»
恥ずかしい はずかしい N4
επίθετο
- 01 ντροπιαστικός, ντροπιασμένος, αμήχανος, ταπεινωμένος, ντροπαλός
- 02 επαίσχυντος, ντροπιαστικός
恥 はじ N1
ουσιαστικό
- 01 ντροπή, αμηχανία, ατίμωση
恥じる はじる N1
ρήμα
- 01 ντρέπομαι
恥をかく はじをかく
άλλο, ρήμα
- 01 ντρέπομαι, χάνω την υπόληψή μου
恥じらう はじらう N1
ρήμα
- 01 ντρέπομαι, είμαι συνεσταλμένος, κοκκινίζω
恥じらい はじらい
ουσιαστικό
- 01 ντροπαλότητα, συστολή
恥辱 ちじょく
ουσιαστικό
- 01 ντροπή, καταισχύνη, εξευτελισμός
恥知らず はじしらず
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 αναιδής, ξετσίπωτος, ξεδιάντροπος, αναιδής άνθρωπος
恥ずかしがり屋 はずかしがりや
ουσιαστικό
- 01 ντροπαλός άνθρωπος
恥ずべき はずべき
άλλο
- 01 ντροπιαστικός, αισχρός
恥じ入る はじいる
ρήμα
- 01 αισθάνομαι βαθιά ντροπή
恥を知る はじをしる
άλλο, ρήμα
- 01 νιώθω ντροπή, έχω συναίσθηση της ντροπής, ντρέπομαι
恥ずかしげもなく はずかしげもなく
άλλο, επίρρημα
- 01 αναίσχυντα, ξεδιάντροπα
恥ずい はずい
επίθετο
- 01 ντροπιαστικός, αμήχανος
恥を忍ぶ はじをしのぶ
άλλο, ρήμα
- 01 καταπίνω την ντροπή μου, υπομένω την ταπείνωση
恥さらし はじさらし
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 ρεζιλίκι, ντροπή
恥も外聞もない はじもがいぶんもない
άλλο, επίθετο
- 01 αδιαφορώ για τη φήμη ή την εμφάνισή μου, δεν με απασχολεί τι σκέφτονται οι άλλοι
恥部 ちぶ
ουσιαστικό
- 01 γεννητικά όργανα, απόκρυφα μέρη
- 02 αισχρό πράγμα, ντροπή, αδιέξοδο, η σκοτεινή πλευρά
恥をさらす はじをさらす
άλλο, ρήμα
- 01 ρεζιλεύομαι, ξεφτιλίζομαι
恥丘 ちきゅう
ουσιαστικό
- 01 εφηβαίο, όρος της ανατομίας για το υπερηβικό εξόγκωμα