79 αποτελέσματα για «愚»

愚か おろか N1

επίθετο

  1. 01 ανόητος, ηλίθιος, κουτός, χαζός
愚痴 ぐち N1

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ασκόπητη γκρίνια, παράπονο
  2. 02 άγνοια, αφροσύνη (φιλοσοφικός όρος)
愚か者 おろかもの

ουσιαστικό

  1. 01 ανόητος
愚図愚図 ぐずぐず

επίρρημα, ρήμα, επίθετο

  1. 01 αργά, νωχελικά, χρονοτριβώντας, διστακτικά
  2. 02 παραπονιάρικα, γκρινιάρικα
  3. 03 ασταθής (π.χ. για τον καιρό)
  4. 04 χαλαρός, λασκαρισμένος
愚痴る ぐちる

ρήμα

  1. 01 παραπονιέμαι, γκρινιάζω

ουσιαστικό, επίθετο, αντωνυμία

  1. 01 ανοησία, κουταμάρα, βλακεία
  2. 02 εγώ, εμένα
愚かしい おろかしい

επίθετο

  1. 01 ανόητος, χαζός
愚行 ぐこう

ουσιαστικό

  1. 01 ανόητη πράξη, ανοησία
愚弄 ぐろう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κοροϊδία, χλευασμός, εμπαιγμός
愚問 ぐもん

ουσιαστικό

  1. 01 ανόητη ερώτηση, χαζή ερώτηση
  2. 02 η ερώτηση κάποιου (ταπεινή αναφορά)
愚直 ぐちょく

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 αφελή ειλικρίνεια, άκομψη ευθύτητα
愚者 ぐしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ανόητος, κουτός, ηλίθιος
  2. 02 ο Τρελός (κάρτα Ταρώ)
愚鈍 ぐどん

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 χαζός, βλάκας, αμβλύνοης, δυσνόητος, καθυστερημένος
愚痴をこぼす ぐちをこぼす

άλλο, ρήμα

  1. 01 γκρινιάζω, παραπονιέμαι, διαμαρτύρομαι
愚民 ぐみん

ουσιαστικό

  1. 01 αδαείς μάζες, απαίδευτος πληθυσμός, αμόρφωτοι άνθρωποι
愚劣 ぐれつ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ανοησία, βλακεία, κουταμάρα
愚の骨頂 ぐのこっちょう

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 η κορύφωση της ανοησίας, η απόλυτη βλακεία
愚策 ぐさく

ουσιαστικό

  1. 01 ανόητο σχέδιο, ανόητος τρόπος για να γίνει κάτι
  2. 02 σχέδιο, πρότζεκτ (αναφερόμενο στο δικό μου)
愚図 ぐず

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 νωθρός άνθρωπος, αναποφάσιστο άτομο
愚息 ぐそく

ουσιαστικό

  1. 01 γιος (υποτιμητικός όρος για τον δικό μου γιο)
  2. 02 πέος (περιφραστικός όρος)