162 αποτελέσματα για «投»
投げる なげる N4
ρήμα
- 01 ρίχνω, πετάω, εκτοξεύω
- 02 εγκαταλείπω, παρατώ, πετάω
- 03 ρίχνω (π.χ. βλέμμα, σκιά, αμφιβολία)
投げ出す なげだす N1
ρήμα
- 01 ρίχνω κάτω, πετάω έξω, τεντώνω τα πόδια μου
- 02 εγκαταλείπω, παραιτούμαι
- 03 δίνω ελεύθερα, δίνω γενναιόδωρα, θυσιάζω (π.χ. τη ζωή μου)
- 04 αρχίζω να ρίχνω
投げつける なげつける
ρήμα
- 01 ρίχνω (προς), πετάω (προς), εκσφενδονίζω (προς), ρίχνω κάτω (κάποιον)
- 02 εκτοξεύω (βρισιές, προσβολές κ.λπ.) σε, χρησιμοποιώ σκληρή γλώσσα (σε κάποιον)
投げかける なげかける
ρήμα
- 01 ρίχνω, στρέφω, υψώνω
投入 とうにゅう N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ρίψη μέσα, εισαγωγή, κατάθεση (π.χ. ψηφοδελτίου)
- 02 επένδυση, δέσμευση (κεφαλαίων, προσωπικού, κ.λπ.), διοχέτευση, έγχυση
- 03 κυκλοφορία (προϊόντος στην αγορά), εισαγωγή
- 04 υποβολή (εργασίας σε υπολογιστή), έκδοση (εντολής)
投げ捨てる なげすてる
ρήμα
- 01 πετώ
投資 とうし N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επένδυση
投げ込む なげこむ
ρήμα
- 01 ρίχνω μέσα
投票 とうひょう N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ψηφοφορία, ψήφος, ψηφοδέλτιο
投げやり なげやり
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 αμελής, απρόσεκτος, πρόχειρος, ανεύθυνος, απερίσκεπτος, αδιάφορος
投擲 とうてき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ρίψη
- 02 αγώνισμα ρίψεων (π.χ. ακοντισμός, δισκοβολία, σφαιροβολία)
投じる とうじる
ρήμα
- 01 ρίχνω, αποθέτω (π.χ. ψήφο, φως, σκιά)
- 02 αφιερώνομαι (π.χ. σε έναν σκοπό)
- 03 επενδύω, εισάγω
- 04 χορηγώ (φάρμακο), δίνω
- 05 εγκαταλείπω, παραδίδομαι
- 06 εκμεταλλεύομαι, αξιοποιώ πλήρως
- 07 ταιριάζω καλά με, εναρμονίζομαι με
- 08 διαμένω (σε κατάλυμα)
投稿 とうこう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συμβολή (σε εφημερίδα, περιοδικό κ.λπ.), δημοσίευση, ανάρτηση (σε ιστολόγιο, μέσα κοινωνικής δικτύωσης κ.λπ.)
投影 とうえい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προβολή (σκιάς), αντανάκλαση (είδωλου), σκιά
- 02 γεωμετρική προβολή
- 03 προβολή (συναισθημάτων, εμπειριών κ.λπ.)
- 04 προβολή
投げ飛ばす なげとばす
ρήμα
- 01 εκσφενδονίζω, ρίχνω με ορμή
投降 とうこう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παραδίνομαι
投げ なげ
ουσιαστικό
- 01 ρίχνω, ρίψη
- 02 παραδίδομαι (σε παιχνίδι), εγκαταλείπω
- 03 πώληση με ζημιά, ξεπούλημα, εκκαθάριση (της αγοράς)
投下 とうか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ρίψη, αερομεταφορά
- 02 επένδυση
投与 とうよ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 χορήγηση φαρμάκου, δίνω φάρμακο
投 とう
ουσιαστικό, άλλο
- 01 ικανότητα ρίψης
- 02 επιμετρητής για ρίψεις (ακοντίου, μπάλας του μπόουλινγκ, κ.λπ.)
- 03 επιμετρητής για πετάγματα (πετονιάς)