37 αποτελέσματα για «敷»

敷く しく N2

ρήμα

  1. 01 απλώνω, στρώνω (π.χ. ένα φουτόν)
  2. 02 στρώνω, τοποθετώ (π.χ. ένα μαξιλάρι)
  3. 03 επιβάλλω ευρέως (π.χ. στρατιωτικό νόμο), θεσπίζω
  4. 04 καθηλώνω, ακινητοποιώ, συγκρατώ
  5. 05 στρώνω, τοποθετώ (π.χ. σιδηροδρομικές γραμμές)
  6. 06 αναπτύσσω, παρατάσσω (π.χ. στρατεύματα)
  7. 07 απλώνομαι, καλύπτω (π.χ. το χιόνι), διαδίδω, διασκορπίζομαι
敷地 しきち N2

ουσιαστικό

  1. 01 οικόπεδο, χώρος, έκταση, τεμάχιο
敷き詰める しきつめる

ρήμα

  1. 01 καλύπτω μια επιφάνεια, απλώνω παντού, καλύπτω σαν κουβέρτα, στρώνω
敷居 しきい

ουσιαστικό

  1. 01 κατώφλι (ειδικά αυτό με αυλακώσεις για συρόμενες πόρτες), περβάζι
敷石 しきいし

ουσιαστικό

  1. 01 πλάκα πεζοδρομίου, πλακόστρωτο
敷設 ふせつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εγκατάσταση (σιδηροδρομικών γραμμών, σωληνώσεων, ναρκών θαλάσσης, κ.λπ.), κατασκευή
敷布 しきふ

ουσιαστικό

  1. 01 σεντόνι, ύφασμα για σεντόνια
敷き しき

ουσιαστικό

  1. 01 άπλωμα, στρώσιμο, κάλυψη
  2. 02 εγγύηση ενοικίου
  3. 03 ιαπωνικό στρώμα
敷地面積 しきちめんせき

ουσιαστικό

  1. 01 έκταση οικοπέδου, εμβαδόν οικοπέδου, μέγεθος οικοπέδου
敷居が高い しきいがたかい

άλλο, επίθετο

  1. 01 έχω ψηλό κατώφλι, δύσκολο να προσεγγίσω, νιώθω αμήχανα να επισκεφτώ (κάποιου το σπίτι)
敷島 しきしま

ουσιαστικό

  1. 01 Γιαμάτο (επαρχία)
  2. 02 Ιαπωνία
  3. 03 η τέχνη της κλασικής ιαπωνικής ποίησης
敷金 しききん

ουσιαστικό

  1. 01 εγγύηση ενοικίου
敷き布団 しきぶとん

ουσιαστικό

  1. 01 φουτόν (που στρώνεται στο πάτωμα), ιαπωνικό στρώμα, υπόστρωμα, στρώμα ύπνου
敷衍 ふえん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επεξήγηση, ανάλυση, λεπτομερής ανάπτυξη (π.χ. ενός επιχειρήματος), διεύρυνση
  2. 02 σαφής εξήγηση, παράφραση
敷き じき

επίθημα

  1. 01 επίθημα που δηλώνει το μέγεθος ενός δωματίου (ακολουθεί τον αριθμό των ψάθινων τατάμι και το αριθμητικό)
敷居の高い しきいのたかい

άλλο

  1. 01 δυσπρόσιτος, δύσκολο να επισκεφθεί κανείς (λόγω αισθήματος αμηχανίας ή δέους)
敷き物 しきもの

ουσιαστικό

  1. 01 χαλί, τάπητας, ψάθα, μοκέτα
  2. 02 ψάθα, στρώμα, πάπλωμα κ.λπ. που απλώνεται στο δάπεδο (ή στο έδαφος) και χρησιμοποιείται για να καθίσει ή να κοιμηθεί κανείς
  3. 03 κάλυμμα, ύφασμα (κάλυμμα), σουβέρ
敷き紙 しきがみ

ουσιαστικό

  1. 01 χάρτινο σουπλά, χάρτινο υπόθεμα
敷板 しきいた

ουσιαστικό

  1. 01 σανίδα δαπέδου, τάβλα
敷き藁 しきわら

ουσιαστικό

  1. 01 στρωμνή (ζώων), άχυρα για στρώσιμο