178 αποτελέσματα για «早»

早い はやい N5

επίθετο

  1. 01 γρήγορος, ταχύς, σβέλτος, άμεσος
  2. 02 νωρίς, πρόωρα, πιο νωρίς από το συνηθισμένο
  3. 03 πρόωρος, πολύ νωρίς, υπερβολικά νωρίς
  4. 04 εύκολος, απλός, γρήγορος, ταχύς
  5. 05 μόλις, τη στιγμή που, αμέσως μόλις
早速 さっそく N2

επίρρημα

  1. 01 αμέσως, άμεσα, χωρίς καθυστέρηση, γρήγορα
早々 そうそう

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 μόλις, αμέσως μετά
  2. 02 βιαστικά, γρήγορα, άμεσα, νωρίς
早め はやめ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 νωρίς, λίγο νωρίτερα από το συνηθισμένο
  2. 02 λίγο πιο γρήγορα από το συνηθισμένο, ελαφρώς πιο γρήγορα
早朝 そうちょう

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 πρώιμο πρωινό
早口 はやくち N2

ουσιαστικό

  1. 01 γρήγορη ομιλία, ταχυλογία
はや

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 ήδη, τώρα, μέχρι αυτή τη στιγμή
  2. 02 γρήγορος, νωρίς, ταχύς
早急 そうきゅう N1

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 άμεσος, γρήγορος, ταχύς, επείγων, πιεστικός
早く はやく

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 νωρίς, σύντομα
  2. 02 γρήγορα, ταχύτατα, άμεσα
早まる はやまる

ρήμα

  1. 01 μεταφέρομαι νωρίτερα, μετατίθεμαι χρονικά, επισπεύδομαι
  2. 02 βιάζομαι, ενεργώ απερίσκεπτα
  3. 03 επιταχύνομαι, αυξάνω ταχύτητα, αναπτύσσω ταχύτητα
早める はやめる N1

ρήμα

  1. 01 μεταφέρω νωρίτερα (π.χ. κατά 3 ώρες), προωθώ, επισπεύδω (π.χ. τον θάνατο κάποιου), επιταχύνω, προκαλώ πρόωρα
  2. 02 επιταχύνω (π.χ. το βήμα), αυξάνω την ταχύτητα
早足 はやあし

ουσιαστικό

  1. 01 γρήγορο βάδισμα, γρήγορα βήματα, γρήγορο βήμα
  2. 02 τροχασμός (βάδισμα αλόγου)
早起き はやおき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρωινό ξύπνημα
  2. 02 πρωινός τύπος, αυτός που ξυπνά νωρίς
早くから はやくから

άλλο

  1. 01 από νωρίς, από την αρχή, εκ των προτέρων
早退 そうたい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρόωρη αποχώρηση
早期 そうき

ουσιαστικό

  1. 01 πρώιμο στάδιο
早いとこ はやいとこ

άλλο, επίρρημα

  1. 01 αμέσως, γρήγορα
早々 はやばや

επίρρημα

  1. 01 νωρίς, γρήγορα, αμέσως
早とちり はやとちり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βιαστικό και λανθασμένο συμπέρασμα
早う はよう

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 νωρίς, αμέσως, πάραυτα
  2. 02 πρώιμος χρόνος, πρώιμο στάδιο (στη ζωή κάποιου, κ.ά.)