88 αποτελέσματα για «普»

普通 ふつう N4

ουσιαστικό, επίθετο, επίρρημα

  1. 01 κανονικός, συνηθισμένος, κοινός, μέσος
  2. 02 κανονικά, συνήθως, γενικά, κοινώς
  3. 03 τοπικό τρένο, τρένο που σταματά σε κάθε σταθμό
普段 ふだん N3

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 συνηθισμένος, κανονικός, καθημερινός, κοινός, απλός
  2. 02 συνήθως, κανονικά, γενικά, πάντα
普段から ふだんから

άλλο, επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 τακτικά, συνήθως, κατά συνήθεια
普及 ふきゅう N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διάχυση, εξάπλωση, εκλαΐκευση, διάδοση, εξοικείωση
普通に ふつうに

επίρρημα

  1. 01 κανονικά, συνήθως, γενικά, κοινώς
  2. 02 με τα δεδομένα οποιουδήποτε, με βάση τα συνηθισμένα πρότυπα, ικανοποιητικά, πράγματι, γνήσια, αληθινά
  3. 03 χωρίς κανένα πρόβλημα, χωρίς καμία δυσκολία, (εκπληκτικά) καλά, μια χαρά, φυσικά
普段着 ふだんぎ

ουσιαστικό

  1. 01 καθημερινά ρούχα, απλά ρούχα, casual ένδυση, ανεπίσημη αμφίεση
普遍的 ふへんてき

επίθετο

  1. 01 καθολικός, πανταχού παρών, πανταταχού παρών
普請 ふしん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 οικοδομή, κατασκευή
  2. 02 συλλογική εργασία από βουδιστές ασκούμενους, ομαδικές δραστηριότητες μιας κοινότητας (π.χ. καθαρισμός κ.ά.)
普遍 ふへん N1

ουσιαστικό

  1. 01 καθολικός, γενικός, πανταχού παρών
普通科 ふつうか

ουσιαστικό

  1. 01 πεζικό (στην Ιαπωνική Χερσαία Δύναμη Αυτοάμυνας)
  2. 02 γενικό πρόγραμμα εκπαίδευσης
普通人 ふつうじん

ουσιαστικό

  1. 01 συνηθισμένος άνθρωπος
普遍性 ふへんせい

ουσιαστικό

  1. 01 καθολικότητα
普及率 ふきゅうりつ

ουσιαστικό

  1. 01 ποσοστό διάχυσης, ποσοστό εξάπλωσης
普通選挙 ふつうせんきょ

ουσιαστικό

  1. 01 καθολική ψηφοφορία
普賢 ふげん

ουσιαστικό

  1. 01 Σαμανταμπάντρα (μποντισάτβα), Καθολική Συμπάθεια
普請場 ふしんば

ουσιαστικό

  1. 01 οικόπεδο
普遍化 ふへんか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καθολίκευση
普通車 ふつうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκίνητο κανονικού μεγέθους
  2. 02 κοινό βαγόνι (σε τρένο), βαγόνι δεύτερης θέσης, απλό βαγόνι
普通列車 ふつうれっしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 τακτικό δρομολόγιο, τοπικό τρένο, τρένο που σταματά σε κάθε σταθμό
普通預金 ふつうよきん

ουσιαστικό

  1. 01 κοινή κατάθεση
  2. 02 λογαριασμός ταμιευτηρίου, λογαριασμός κατάθεσης