47 αποτελέσματα για «桜»
桜 さくら N3
ουσιαστικό
- 01 κερασιά, άνθος κερασιάς, σακούρα
- 02 απαλό ροζ
- 03 ψεύτικος αγοραστής, πληρωμένο κοινό, συνεργός, αναπληρωτής κοινού
- 04 πληρωμένος χειροκροτητής
- 05 κρέας αλόγου
桜色 さくらいろ
ουσιαστικό
- 01 ανοιχτό ροζ, απαλό ροζ, ροζ του άνθους της κερασιάς
桜の木 さくらのき
ουσιαστικό
- 01 κερασιά
桜花 おうか
ουσιαστικό
- 01 άνθος κερασιάς
桜並木 さくらなみき
ουσιαστικό
- 01 δενδροστοιχία με κερασιές (που πλαισιώνουν δρόμο)
桜吹雪 さくらふぶき
ουσιαστικό
- 01 χιονοθύελλα από πέταλα κερασιάς, καταιγισμός από πέταλα κερασιάς που πέφτουν
桜餅 さくらもち
ουσιαστικό
- 01 γλυκό από ρύζι με πάστα φασολιού, τυλιγμένο σε φύλλο κερασιάς τουρσί
桜貝 さくらがい
ουσιαστικό
- 01 νιτιντοτελίνα η λαμπερή (είδος αχιβάδας)
桜桃 おうとう
ουσιαστικό
- 01 κερασιά (δέντρο, ιδίως η γλυκοκερασιά ή η κερασιά η νάνκινγκ)
桜咲く さくらさく
άλλο, ρήμα
- 01 επιτυγχάνω σε εξετάσεις
桜草 さくらそう
ουσιαστικό
- 01 πρίμουλα
- 02 πρίμουλα του Ζίμπολντ (Primula sieboldii), πρίμουλα με άνθη κερασιάς, ιαπωνική πρίμουλα του δάσους
桜でんぶ さくらでんぶ
ουσιαστικό
- 01 ροζ τριμμένο ψάρι (σακούρα ντέμπου), ψάρι που έχει τεμαχιστεί ψιλά, καρυκευτεί και χρωματιστεί ροζ
桜前線 さくらぜんせん
ουσιαστικό
- 01 μέτωπο ανθοφορίας κερασιάς (πρόγνωση της περιόδου άνθισης των κερασιών)
桜祭り さくらまつり
ουσιαστικό
- 01 γιορτή των ανθισμένων κερασιών
桜月 さくらづき
ουσιαστικό
- 01 τρίτος σεληνιακός μήνας
桜樹 おうじゅ
ουσιαστικό
- 01 κερασιά
桜ん坊 さくらんぼ
ουσιαστικό
- 01 κεράσι (φρούτο, ειδικά της γλυκοκερασιάς, Prunus avium)
桜散る さくらちる
άλλο, ρήμα
- 01 αποτυγχάνω σε εξετάσεις
- 02 πέφτω (για τα πέταλα της κερασιάς)
桜鯛 さくらだい
ουσιαστικό
- 01 σακουραντάι, σακουραντάι (είδος ανθία, Sacura margaritacea)
桜島大根 さくらじまだいこん
ουσιαστικό
- 01 Σακουρατζίμα νταϊκόν (η μεγαλύτερη ποικιλία ραπανιού στον κόσμο)