73 αποτελέσματα για «爆»

爆発 ばくはつ N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έκρηξη, ανατίναξη, δυνατός κρότος, εκτόξευση
  2. 02 ξέσπασμα (συναισθημάτων, δυσαρέσκειας), έκρηξη (π.χ. θυμού)
爆弾 ばくだん N1

ουσιαστικό

  1. 01 βόμβα
  2. 02 αλκοολούχο ποτό με προσθήκη δυνατού οινοπνεύματος (κυρίως σότσου χάιμπολ με βάση το κρασί, καθώς και μπίρα με ουίσκι)
爆発音 ばくはつおん

ουσιαστικό

  1. 01 ήχος έκρηξης
爆破 ばくは N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καταστροφική έκρηξη, ανατίναξη
ばく

επιφώνημα, πρόθημα

  1. 01 ξέσπασμα γέλιου, τρανταχτό γέλιο
  2. 02 σε αφθονία, σε μεγάλη ποσότητα
爆音 ばくおん

ουσιαστικό

  1. 01 εκκωφαντικός θόρυβος (από έκρηξη ή πυροδότηση), βρυχηθμός (μηχανής)
爆発的 ばくはつてき

επίθετο

  1. 01 εκρηκτικός
  2. 02 ξαφνικός και εντυπωσιακός (για αύξηση πωλήσεων, δημοτικότητας κ.λπ.), εκρηκτικός, ταχύς, απότομος, τεράστιος
爆風 ばくふう

ουσιαστικό

  1. 01 έκρηξη βόμβας, ωστικό κύμα (από έκρηξη), κρουστικό κύμα
爆ぜる はぜる

ρήμα

  1. 01 εκρήγνυμαι, ανοίγω με κρότο, σχίζομαι
爆笑 ばくしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ηχηρό γέλιο (από πολλούς ανθρώπους), ξέσπασμα γέλιου, τρανταχτά γέλια
  2. 02 έντονο γέλιο (ενός ατόμου)
爆撃 ばくげき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βομβαρδισμός (αεροπορική επιδρομή)
爆薬 ばくやく

ουσιαστικό

  1. 01 εκρηκτική ύλη, εκρηκτική πυρίτιδα
爆裂 ばくれつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκρηκτικός
爆散 ばくさん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έκρηξη και διασκορπισμός, ξέσπασμα και διασπορά
爆睡 ばくすい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βαθύς ύπνος, πέφτω ξερός
爆発物 ばくはつぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 εκρηκτικό (υλικό)
爆弾発言 ばくだんはつげん

ουσιαστικό

  1. 01 βόμβα, αιφνιδιαστική δήλωση
爆走 ばくそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τρέχω με θόρυβο (με αυτοκίνητο, μοτοσικλέτα κ.λπ.), βρυχώμαι (π.χ. κατά μήκος του δρόμου)
爆砕 ばくさい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανατίναξη
爆心地 ばくしんち

ουσιαστικό

  1. 01 επίκεντρο έκρηξης, σημείο μηδέν