71 αποτελέσματα για «盛»
盛り上がる もりあがる N1
ρήμα
- 01 φουσκώνω, ανεβαίνω, προεξέχω, συσσωρεύομαι
- 02 ενθουσιάζομαι, διεγείρομαι, ξεσηκώνομαι
盛大 せいだい N1
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 μεγαλειώδης, λαμπρός, πλούσιος, μεγάλης κλίμακας, ακμάζων, ζωηρός
- 02 δυναμικός, ισχυρός, σθεναρός
盛る もる N2
ρήμα
- 01 σερβίρω (σε μπολ, πιάτο κ.λπ.), βάζω σε πιάτο, γεμίζω (ένα μπολ)
- 02 στοιβάζω, συσσωρεύω, γεμίζω
- 03 χορηγώ (φάρμακο, δηλητήριο), δίνω δόση, συνταγογραφώ
- 04 βάζω, ενσωματώνω (π.χ. πληροφορίες σε αναφορά, νόημα σε δήλωση)
- 05 χαράζω (π.χ. κλίμακα), βαθμολογώ (π.χ. θερμόμετρο)
- 06 υπερβάλλω, βάζω έντονο μακιγιάζ
盛ん さかん N4
επίθετο
- 01 ευημερών, ακμάζων, επιτυχημένος
- 02 δημοφιλής, διαδεδομένος
- 03 δραστήριος, ζωντανός, ενεργητικός, σφριγηλός, έντονος
- 04 ενθουσιώδης, πρόθυμος, εγκάρδιος, συχνός, επαναλαμβανόμενος
盛り上げる もりあげる
ρήμα
- 01 σωρεύω, συσσωρεύω
- 02 εξάπτω, ζωντανεύω, οδηγώ στο αποκορύφωμα
盛り上がり もりあがり
ουσιαστικό
- 01 κορύφωση, έξαρση
- 02 εξόγκωμα
盛り もり
ουσιαστικό, άλλο
- 01 μερίδα (φαγητού), μερίδα σερβιρίσματος
- 02 κρύα σόμπα σερβιρισμένη σε πιάτο (συχνά σε ψάθινο καλάθι ή σε ρηχό καλάθι ατμού) με σάλτσα για βούτηγμα
盛り込む もりこむ
ρήμα
- 01 ενσωματώνω, συμπεριλαμβάνω
- 02 γεμίζω (ένα σκεύος) με περιεχόμενο
盛況 せいきょう
ουσιαστικό
- 01 επιτυχία, άνθηση, μεγάλη προσέλευση κόσμου (για εκδήλωση), ευημερία
盛り付ける もりつける
ρήμα
- 01 σερβίρω, τοποθετώ (φαγητό) σε πιάτο
盛り返す もりかえす
ρήμα
- 01 ανακάμπτω, επανέρχομαι
盛んになる さかんになる
άλλο, ρήμα
- 01 ευημερώ, ανθίζω, ακμάζω, γίνομαι δημοφιλής, διαδίδομαι
盛り さかり N3
ουσιαστικό
- 01 ακμή (π.χ. του καλοκαιριού), κορύφωση (π.χ. της εποχής της ανθισμένης κερασιάς), εποχή (για φρούτα/λουλούδια), πλήρης άνθιση, αποκορύφωμα (σε ένα πάρτι κ.λπ.)
- 02 ακμή (της ζωής κάποιου), καλύτερες μέρες, άνθιση
- 03 οίστρος, αναπαραγωγική περίοδος ζώων
盛り合わせ もりあわせ
ουσιαστικό
- 01 ποικιλία (φαγητών), ανάμεικτα πιάτα, πιατέλα συνδυασμού
盛りだくさん もりだくさん
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 πλήθος, άφθονος, ποικίλος, κάθε λογής, πολύπλευρος (για πρόγραμμα), φορτωμένος (για πρόγραμμα), γεμάτος
盛り付け もりつけ
ουσιαστικό
- 01 διευθέτηση φαγητού σε πιάτο, σερβίρισμα τακτοποιημένου φαγητού
盛り場 さかりば
ουσιαστικό
- 01 πολυσύχναστο μέρος, κεντρικός δρόμος με κίνηση, περιοχή που σφύζει συνεχώς από ζωή, περιοχή διασκέδασης
盛装 せいそう N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 καλλωπισμός, εορταστική ενδυμασία, επίσημη αμφίεση
盛岡 もりおか
ουσιαστικό
- 01 Μοριόκα (πόλη στον νομό Ιβάτε)
盛り下がる もりさがる
ρήμα
- 01 χάνω τον ενθουσιασμό μου, γίνομαι υποτονικός