61 αποτελέσματα για «矢»
矢っ張り やっぱり
επίρρημα
- 01 όπως αναμενόταν, πράγματι, ακριβώς όπως το σκέφτηκε κάποιος
- 02 τελικά, στο τέλος, όπως θα περίμενε κανείς, σε κάθε περίπτωση
- 03 επίσης, εξίσου, και, (ούτε) επίσης
- 04 ακόμα, όπως πριν
- 05 παρ' όλα αυτά, ακόμα και έτσι, παρ' όλ' αυτά, μολαταύτα
矢張り やはり
επίρρημα
- 01 όπως αναμενόταν, πράγματι, ακριβώς όπως το σκέφτηκα
- 02 τελικά, στο κάτω κάτω, όπως θα περίμενε κανείς, σε κάθε περίπτωση
- 03 επίσης, εξίσου, ομοίως
- 04 ακόμα, όπως και πριν
- 05 παρ' όλα αυτά, κι όμως, εντούτοις
矢 や N1
ουσιαστικό
- 01 βέλος
- 02 σφήνα, τάκος
矢鱈 やたら
επίρρημα, επίθετο
- 01 αδιακρίτως, τυφλά, τυχαία, απερίσκεπτα, αλόγιστα, υπερβολικά, άφθονα
- 02 αδιάκριτος, τυχαίος, υπερβολικός
矢先 やさき
ουσιαστικό
- 01 αιχμή βέλους
- 02 στόχος βέλους, το κύριο βάρος (επίθεσης)
- 03 η ακριβής στιγμή (που), η ευκαιρία (για να κάνω κάτι)
矢継ぎ早 やつぎばや
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 ρηματική ή συχνή διαδοχή (π.χ. ερωτήσεων)
矢印 やじるし N2
ουσιαστικό
- 01 βέλος (σύμβολο)
- 02 ερωτικό ενδιαφέρον (για κάποιο πρόσωπο), κατεύθυνση (της προσοχής κάποιου, κ.λπ.)
矢面に立つ やおもてにたつ
άλλο, ρήμα
- 01 γίνομαι στόχος πυρών, δέχομαι το μεγαλύτερο μέρος (μιας επίθεσης, κριτικής κ.λπ.), αντιμετωπίζω (π.χ. ανάκριση)
矢先に やさきに
επίρρημα
- 01 ακριβώς τη στιγμή που, την ώρα που, μόλις, λίγο πριν
矢筒 やづつ
ουσιαστικό
- 01 φαρέτρα
矢文 やぶみ
ουσιαστικό
- 01 μήνυμα δεμένο σε βέλος
矢倉 やぐら
ουσιαστικό
- 01 γιαγκούρα, τεχνητά σπήλαια που λαξεύονταν ως τάφοι μέσα και γύρω από την Καμακούρα κατά τις περιόδους Καμακούρα και Μουρομάτσι
矢面 やおもて
ουσιαστικό
- 01 γραμμή πυρός, θέση στην οποία κάποιος υπόκειται σε ανάκριση, κριτική κ.λπ.
- 02 μπροστά από ένα βέλος που πετά (το οποίο έχει εκτοξευθεί από τον εχθρό)
矢立 やたて
ουσιαστικό
- 01 φορητή θήκη για πινέλο και μελάνι
- 02 φαρέτρα (τοξοβολία)
矢来 やらい
ουσιαστικό
- 01 πρόχειρος φράκτης από μπαμπού, κορμούς κ.ά., που κατασκευάζεται σε πεδία μαχών ή τόπους εκτελέσεων
矢場 やば
ουσιαστικό
- 01 σκοπευτήριο τοξοβολίας
- 02 οίκος ανοχής (που χρησιμοποιεί το σκοπευτήριο τοξοβολίας ως κάλυμμα)
矢作 やはぎ
ουσιαστικό
- 01 κατασκευαστής βελών
- 02 κατασκευή βελών
矢玉 やだま
ουσιαστικό
- 01 πυρομαχικά, βέλη και σφαίρες, βλήμα, εκτοξευόμενο αντικείμενο
矢羽 やばね
ουσιαστικό
- 01 φτερά βέλους
矢柄 やがら
ουσιαστικό
- 01 στέλεχος βέλους (συνήθως φτιαγμένο από λεπτό μπαμπού)
- 02 φιστουλάρια (είδος ψαριού)