30 αποτελέσματα για «窮»
窮屈 きゅうくつ N1
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 στενός, περιορισμένος, ασφυκτικός
- 02 επίσημος, τυπικός, αυστηρός, τελετουργικός, άκαμπτος
- 03 περιορισμένος, άβολος
- 04 σφιχτός (π.χ. οικονομικά)
窮地 きゅうち
ουσιαστικό
- 01 δίλημμα, δύσκολη θέση, αδιέξοδο
窮する きゅうする
ρήμα
- 01 απορώ, βρίσκομαι σε αδιέξοδο, μπερδεύομαι, φτάνω στα όριά μου, δυσκολεύομαι, δεν ξέρω τι να κάνω ή τι να πω
- 02 πιέζομαι, στριμώχνομαι, φτωχαίνω, περιέρχομαι σε κατάσταση ένδειας
窮地に陥る きゅうちにおちいる
άλλο, ρήμα
- 01 βρίσκομαι σε δίλημμα, περιέρχομαι σε δύσκολη θέση
窮状 きゅうじょう
ουσιαστικό
- 01 δεινή θέση, άθλια κατάσταση
窮乏 きゅうぼう N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 φτώχεια, εξαθλίωση, στέρηση, ένδεια, πενία
窮鼠 きゅうそ
ουσιαστικό
- 01 ποντίκι παγιδευμένο στη γωνία
窮迫 きゅうはく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 οικονομική δυσχέρεια, ανέχεια
窮民 きゅうみん
ουσιαστικό
- 01 άποροι, φτωχοί άνθρωποι
窮鼠猫を噛む きゅうそねこをかむ
άλλο, ρήμα
- 01 το ποντίκι που έχει στριμωχτεί δαγκώνει τη γάτα, η απελπισία δίνει θάρρος στον δειλό
窮境 きゅうきょう
ουσιαστικό
- 01 αδιέξοδο, δύσκολη θέση
窮余の一策 きゅうよのいっさく
άλλο, ουσιαστικό
- 01 έσχατη λύση, απελπισμένη προσπάθεια
窮鳥 きゅうちょう
ουσιαστικό
- 01 παγιδευμένο πουλί
窮余の策 きゅうよのさく
άλλο, ουσιαστικό
- 01 έσχατο μέτρο, απεγνωσμένη λύση
窮す きゅうす
ρήμα
- 01 περιέρχομαι σε δύσκολη θέση, βρίσκομαι σε αδιέξοδο
- 02 πττωχεύω, καταλήγω στη φτώχεια
窮余 きゅうよ
ουσιαστικό
- 01 απελπισία, οριακή κατάσταση
窮策 きゅうさく
ουσιαστικό
- 01 απελπισμένη κίνηση, μέσο έσχατης ανάγκης
窮理 きゅうり
ουσιαστικό
- 01 μελέτη των φυσικών νόμων
- 02 κλάδος της νεοκομφουκιανιστικής λόγιας παράδοσης
窮死 きゅうし
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πεθαίνω σε άθλιες συνθήκες
窮すれば通ず きゅうすればつうず
άλλο
- 01 η ανάγκη είναι η μητέρα της εφεύρεσης, υπάρχει πάντα κάποια διέξοδος από μια δυσκολία αν την ψάξεις πραγματικά