66 αποτελέσματα για «継»
継ぐ つぐ N3
ρήμα
- 01 διαδέχομαι (κάποιον, μια θέση), κληρονομώ, αναλαμβάνω, ακολουθώ
- 02 μπαλώνω (ρούχα), επιδιορθώνω, επισκευάζω
- 03 προσθέτω (π.χ. κάρβουνα στη φωτιά), αναπληρώνω με, τροφοδοτώ με, συμπληρώνω (π.χ. παρατηρήσεις), μαζεύω (την ανάσα μου)
- 04 συνδέω (πέτρες)
継続 けいぞく N2
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συνέχεια, συνέχιση, διατήρηση, επιμονή, εξακολούθηση
継承 けいしょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κληρονομιά, διαδοχή, ανάληψη αξιώματος
- 02 απόδοση με τους ίδιους όρους
- 03 κληρονομικότητα
継続的 けいぞくてき
επίθετο
- 01 συνεχής
継ぎ目 つぎめ
ουσιαστικό
- 01 ένωση, ραφή, σημείο σύνδεσης
継母 ままはは
ουσιαστικό
- 01 μητριά
継承者 けいしょうしゃ
ουσιαστικό
- 01 διάδοχος
継ぎ足す つぎたす
ρήμα
- 01 επεκτείνω (π.χ. ένα σπίτι), προσθέτω (π.χ. κάρβουνα σε μια φωτιά)
継ぎ接ぎ つぎはぎ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μπάλωμα (ρούχων), επιδιόρθωση
- 02 σύνθεση (άλλων γραπτών, σκέψεων κ.λπ.), συρραφή
継子 ままこ
ουσιαστικό
- 01 πατριός ή μητριά, παιδί συζύγου από προηγούμενο γάμο
継戦 けいせん
ουσιαστικό
- 01 συνέχιση πολέμου, μάχης ή σύρραξης
継嗣 けいし
ουσιαστικό
- 01 διάδοχος, κληρονόμος
継ぎ つぎ
ουσιαστικό
- 01 μπάλωμα, μπαλώματα
- 02 ένωση, συνένωση
- 03 διάδοχος, κληρονόμος
- 04 σύνδεση
継続は力なり けいぞくはちからなり
άλλο
- 01 η επιμονή προσφέρει δύναμη, η υπομονή και η σταθερότητα οδηγούν στη νίκη
継続時間 けいぞくじかん
ουσιαστικό
- 01 διάρκεια
継続性 けいぞくせい
ουσιαστικό
- 01 συνέχεια, διαδοχή
- 02 συνέχιση
継起 けいき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συμβαίνων διαδοχικά
継ぎ合わせる つぎあわせる
ρήμα
- 01 ενώνω κομμάτια μαζί, μπαλώνω
継父 けいふ
ουσιαστικό
- 01 πατριός
継ぎ足し つぎたし
ουσιαστικό
- 01 προσθήκη, επέκταση, επιμήκυνση