76 αποτελέσματα για «縦»

たて

ουσιαστικό

  1. 01 το κατακόρυφο, ύψος
  2. 02 μήκος, η διάσταση από εμπρός προς τα πίσω
  3. 03 από βορρά προς νότο
  4. 04 κάθετη σχέση, ιεραρχία
  5. 05 στημόνι (στην ύφανση)
縦横無尽 じゅうおうむじん

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ανεμπόδιστα, κατά το δοκούν, με κάθε ελευθερία κινήσεων
縦横 じゅうおう

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 μήκος και πλάτος, κατά μήκος και κατά πλάτος, κάθετα και οριζόντια, τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα
  2. 02 κάθε κατεύθυνση, όλες οι κατευθύνσεις
  3. 03 κατά βούληση, όπως επιθυμεί κανείς, ελεύθερα
縦横 たてよこ

ουσιαστικό

  1. 01 μήκος και πλάτος
  2. 02 στημόνι και υφάδι
縦長 たてなが

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 μακρόστενος, κατακόρυφη διάταξη γραφής (π.χ. σε φακέλους), κατακόρυφος προσανατολισμός
縦書き たてがき

ουσιαστικό

  1. 01 κατακόρυφη γραφή
縦ロール たてロール

ουσιαστικό

  1. 01 δαχτυλίδια (στυλ μαλλιών), μπούκλες δαχτυλίδια, μπούκλες λουκάνικα
縦断 じゅうだん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διατρέχω (από βορρά προς νότο), διασχίζω, ταξιδεύω κατά μήκος
  2. 02 κάθετη τομή, διαμήκης διατομή
縦隊 じゅうたい

ουσιαστικό

  1. 01 φάλαγγα
縦方向 たてほうこう

ουσιαστικό

  1. 01 διαμήκης κατεύθυνση, κατακόρυφη κατεύθυνση, κατακόρυφος προσανατολισμός
縦線 じゅうせん

ουσιαστικό

  1. 01 κατακόρυφη γραμμή
  2. 02 κάθετη μπάρα (σύμβολο)
  3. 03 γραμμή μέτρου
縦列 じゅうれつ

ουσιαστικό

  1. 01 στήλη, παράταξη, κατακόρυφη σειρά
縦縞 たてじま

ουσιαστικό

  1. 01 κάθετες ρίγες, ριγέ ύφασμα
縦笛 たてぶえ

ουσιαστικό

  1. 01 πλάγια φλογέρα (ειδικότερα η φλογέρα)
縦揺れ たてゆれ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατακόρυφη δόνηση (ενός σεισμού)
  2. 02 τάλάντωση καθ' ύψος (ενός πλοίου, αεροσκάφους κ.λπ.), προσθιοπίσθια κλίση
縦社会 たてしゃかい

ουσιαστικό

  1. 01 ιεραρχική κοινωνία, κοινωνία με κάθετη δομή
縦割り たてわり

ουσιαστικό

  1. 01 κάθετος διαχωρισμός, κατακόρυφη διαίρεση, τμηματοποίηση από πάνω προς τα κάτω, υποδιαίρεση σε τμήματα, διαχωρισμός κατά μήκος
縦軸 たてじく

ουσιαστικό

  1. 01 κατακόρυφος άξονας, κάθετη γραμμή
  2. 02 κατακόρυφος άξονας, άτρακτος
  3. 03 σύνδεση μεταξύ παρελθόντος και παρόντος
縦と横 たてとよこ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 κατακόρυφο και οριζόντιο
  2. 02 στημόνι και υφάδι (υφαντική)
縦走 じゅうそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιμήκης έκταση, διάσχιση, πορεία κατά μήκος
  2. 02 πεζοπορία σε οροσειρά, διάσχιση βουνοσειράς, διαδοχική ανάβαση πολλών κορυφών