33 αποτελέσματα για «織»
織る おる N3
ρήμα
- 01 υφαίνω
織物 おりもの N1
ουσιαστικό
- 01 ύφασμα, υφαντό
織り交ぜる おりまぜる
ρήμα
- 01 υφαίνω μαζί, διαπλέκω, αναμειγνύω
織り込む おりこむ
ρήμα
- 01 υφαίνω μέσα, ενυφαίνω
- 02 ενσωματώνω, περιλαμβάνω, βάζω μέσα, λαμβάνω υπόψη, συνυπολογίζω
織り込み済み おりこみずみ
άλλο
- 01 λαμβάνω υπόψη, κάνω προβλέψεις, προεξοφλώ
織り おり
ουσιαστικό
- 01 ύφανση, πλέξιμο, υφαντό
織姫 おりひめ
ουσιαστικό
- 01 υφάντρα
- 02 Βέγα (αστέρας στον αστερισμό της Λύρας), Άλφα Λύρας
織り成す おりなす
ρήμα
- 01 υφαίνω, πλέκω
織機 しょっき
ουσιαστικό
- 01 αργαλειός, υφαντική μηχανή
織り上げる おりあげる
ρήμα
- 01 υφαίνω κάτι μέχρι την ολοκλήρωσή του σε ύφασμα
織布 しょくふ
ουσιαστικό
- 01 υφαντό ύφασμα
織り出す おりだす
ρήμα
- 01 υφαίνω σχέδιο, ξεκινώ να υφαίνω
織女 しょくじょ
ουσιαστικό
- 01 υφάντρα
- 02 Βέγας (αστέρας στον αστερισμό της Λύρας), Άλφα Λύρας
織り交ざる おりまざる
ρήμα
- 01 πλέκομαι, υφαίνομαι
織工 しょっこう
ουσιαστικό
- 01 υφαντής
織物商 おりものしょう
ουσιαστικό
- 01 υφασματέμπορος
織物業 おりものぎょう
ουσιαστικό
- 01 υφαντουργία
織女星 しょくじょせい
ουσιαστικό
- 01 Βέγα (αστέρας στον αστερισμό της Λύρας), Άλφα Λύρας
織り模様 おりもよう
ουσιαστικό
- 01 υφαντό μοτίβο ή σχέδιο
織り合わせる おりあわせる
ρήμα
- 01 υφαίνω μαζί, διαπλέκω