133 αποτελέσματα για «肉»

にく N5

ουσιαστικό

  1. 01 σάρκα
  2. 02 κρέας
  3. 03 σάρκα (φρούτου), ψίχα
  4. 04 σωματική υπόσταση (σε αντίθεση με το πνεύμα), σάρκα
  5. 05 πάχος
  6. 06 περιεχόμενο, ουσία, σάρκα
  7. 07 ταμπόν μελάνης
肉体 にくたい N1

ουσιαστικό

  1. 01 σώμα, σάρκα, εξωτερικός άνθρωπος, σωματική διάπλαση
肉体的 にくたいてき

επίθετο

  1. 01 σωματικός, υλικός
  2. 02 σεξουαλικός, αισθησιακός, σαρκικός
肉親 にくしん N1

ουσιαστικό

  1. 01 συγγένεια εξ αίματος, συγγενής εξ αίματος
肉棒 にくぼう

ουσιαστικό

  1. 01 πέος, πουλί
肉塊 にくかい

ουσιαστικό

  1. 01 κομμάτι κρέας, κομμάτι σάρκας
  2. 02 ανθρώπινο σώμα
肉片 にくへん

ουσιαστικό

  1. 01 κομμάτι κρέας, φέτα κρέατος
肉薄 にくはく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πλησιάζω ασφυκτικά (τον εχθρό, την πρώτη θέση κ.λπ.), έρχομαι κοντά, πιέζω έντονα
  2. 02 πιέζω έντονα (π.χ. με μια ερώτηση), βάζω κάποιον στη θέση του, ανακρίνω
肉薄 にくうす

επίθετο

  1. 01 λεπτός (για κρέας)
肉食獣 にくしょくじゅう

ουσιαστικό

  1. 01 σαρκοφάγο ζώο
肉食 にくしょく

ουσιαστικό, ρήμα, άλλο

  1. 01 κρεατοφαγία, διατροφή με βάση το κρέας
  2. 02 σαρκοφάγος
肉眼 にくがん

ουσιαστικό

  1. 01 γυμνό μάτι
  2. 02 φυσικός οφθαλμός
肉汁 にくじゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ζωμός κρέατος, ζωμός, υγρά (από ψητό κρέας), σάλτσα κρέατος
肉まん にくまん

ουσιαστικό

  1. 01 νικούμαν (ατμομαγειρεμένο ψωμάκι γεμιστό με κρέας)
肉じゃが にくじゃが

ουσιαστικό

  1. 01 νικουτζάγκα, γιαπωνέζικο φαγητό κατσαρόλας με κρέας και πατάτες
肉屋 にくや

ουσιαστικό

  1. 01 κρεοπωλείο, κρεοπώλης
肉料理 にくりょうり

ουσιαστικό

  1. 01 πιάτο με κρέας, κρεατοφαγική κουζίνα
肉体労働 にくたいろうどう

ουσιαστικό

  1. 01 σωματική εργασία, χειρωνακτική εργασία
肉厚 にくあつ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 παχύς, σαρκώδης
肉球 にくきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 πατούσα (το μαλακό μέρος του ποδιού των ζώων), πατούσα