24 αποτελέσματα για «蔓»
蔓 つる
ουσιαστικό
- 01 αναρριχώμενο φυτό, κληματίδα, έλικας, παραφυάδα
- 02 βραχίονας, στέλεχος (το τμήμα των γυαλιών που στηρίζεται στο αυτί)
- 03 διασυνδέσεις, γνωριμίες, επιρροή, οικονομικός υποστηρικτής
蔓延 まんえん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εξάπλωση (π.χ. μιας ασθένειας), ανεξέλεγκτη διασπορά, προσβολή, πολλαπλασιασμός, ευρεία διασπορά
蔓延る はびこる
ρήμα
- 01 κατακλύζομαι από βλάστηση, πυκνώνω
- 02 εξαπλώνομαι, οργιάζω, ευδοκιμώ, κυριαρχώ, αποκτώ δύναμη
蔓草 つるくさ
ουσιαστικό
- 01 αναρριχητικό φυτό, αναρριχώμενο
蔓性 つるせい
ουσιαστικό
- 01 αναρριχώμενος, κλιμακοειδής, έρπων
蔓苔桃 つるこけもも
ουσιαστικό
- 01 μικρό κράνμπερι (Vaccinium oxycoccos)
蔓性植物 まんせいしょくぶつ
ουσιαστικό
- 01 αναρριχητικό φυτό (φυτό που αναπτύσσεται κατά μήκος του εδάφους ή πάνω σε επιφάνειες, παρόμοιο με την κληματίδα)
蔓荊 はまごう
ουσιαστικό
- 01 χάμαγκο (Vitex rotundifolia), λυγαριά της άμμου
蔓巻 つるまき
ουσιαστικό
- 01 γλώσσα ζέβρα (Zebrias zebrinus)
蔓梅擬 つるうめもどき
ουσιαστικό
- 01 τσουρουουμεμοντόκι (είδος φυτού, Celastrus orbiculatus)
蔓紫 つるむらさき
ουσιαστικό
- 01 τσουρουμουρασάκι (Basella alba), ινδικό σπανάκι
蔓穂 つるぼ
ουσιαστικό
- 01 τσουρούμπο (είδος σκίλλας)
蔓茘枝 つるれいし
ουσιαστικό
- 01 πικρόπεπονο (Momordica charantia), πικρή κολοκύθα
蔓生 まんせい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 έρπων (που αναπτύσσεται κατά μήκος του εδάφους κ.λπ., παρόμοια με αναρριχητικό φυτό)
蔓竜胆 つるりんどう
ουσιαστικό
- 01 τριπτερόσπερμον το ιαπωνικόν
蔓金梅 つるきんばい
ουσιαστικό
- 01 Ποτεντίλλα η υοκουσαϊανή (είδος πεντάφυλλου)
蔓質 つるだち
ουσιαστικό
- 01 αναρριχώμενος, ερπυστικός
蔓脚類 まんきゃくるい
ουσιαστικό
- 01 κιρρίποδα, βλάνοι
蔓人参 つるにんじん
ουσιαστικό
- 01 ντεοντόκ (Codonopsis lanceolata), τοτόκ
蔓荒布 つるあらめ
ουσιαστικό
- 01 τσουρουαράμε (βρώσιμο είδος καφέ φυκιών)