150 αποτελέσματα για «補»

補う おぎなう N2

ρήμα

  1. 01 συμπληρώνω, αναπληρώνω, αποζημιώνω, καλύπτω (έλλειψη, απώλεια κ.λπ.), γεμίζω (π.χ. μια κενή θέση)
補充 ほじゅう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναπλήρωση, συμπλήρωση, προσθήκη, αντικατάσταση, γέμισμα
補助 ほじょ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βοήθεια, υποστήριξη, συνδρομή
  2. 02 επιδότηση, επιχορήγηση, ενίσχυση
  3. 03 βοήθεια (στην άρση βαρών)
補給 ほきゅう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προμήθεια, ανεφοδιασμός, αναπλήρωση
補佐 ほさ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βοήθεια, υποστήριξη, βοηθός, σύμβουλος
補足 ほそく N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συμπλήρωμα, προσθήκη
補正 ほせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διόρθωση, αναθεώρηση, αντιστάθμιση (π.χ. εκκρεμούς)
補強 ほきょう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ενίσχυση, ισχυροποίηση
補習 ほしゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ενισχυτική διδασκαλία, συμπληρωματικά μαθήματα
補修 ほしゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επισκευή, επιδιόρθωση
補完 ほかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συμπλήρωση, αναπλήρωση, ολοκλήρωση
補償 ほしょう N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποζημίωση, επανόρθωση
補佐官 ほさかん

ουσιαστικό

  1. 01 βοηθός, επιτελής
補填 ほてん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κάλυψη (απώλειας, ελλείμματος κ.λπ.), αναπλήρωση, αποζημίωση, συμπλήρωση

επίθημα

  1. 01 βοηθητικός, αναπληρωτής
  2. 02 δοκιμαστικός
補導 ほどう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καθοδήγηση, κατεύθυνση, καθοδήγηση
  2. 02 καθοδήγηση ανηλίκων για την αποτροπή παραβατικότητας, προστατευτική φύλαξη ανηλίκων
補欠 ほけつ

ουσιαστικό

  1. 01 κάλυψη κενής θέσης, συμπλήρωση
  2. 02 αναπληρωματικός, αντιπρόσωπος, επιλαχών, εφεδρικός
補佐役 ほさやく

ουσιαστικό

  1. 01 βοηθός, συνεργάτης, υπαρχηγός
補助金 ほじょきん

ουσιαστικό

  1. 01 επιχορήγηση, κρατική ενίσχυση, επιδότηση
補い合う おぎないあう

ρήμα

  1. 01 συμπληρώνω ο ένας τον άλλον