49 αποτελέσματα για «訳»
訳 わけ N4
ουσιαστικό
- 01 λόγος, αιτία, βάση
- 02 νόημα, σημασία
- 03 λογική, εχέφρονα σκέψη
- 04 συνθήκες, περίπτωση
- 05 ερωτική σχέση, αισθηματική υπόθεση
訳じゃない わけじゃない
άλλο
- 01 δεν σημαίνει ότι..., δεν εννοώ ότι..., δεν είναι έτσι που...
訳ではない わけではない
άλλο
- 01 δεν σημαίνει ότι..., δεν εννοώ ότι..., δεν είναι έτσι ώστε...
訳にはいかない わけにはいかない
άλλο
- 01 δεν γίνεται να, δεν έχω τη δυνατότητα να, απαγορεύεται να, είναι αδύνατον να, δεν υπάρχει περίπτωση να
訳 やく N3
ουσιαστικό
- 01 μετάφραση, εκδοχή
訳がない わけがない
άλλο, επίθετο
- 01 δεν υπάρχει περίπτωση να...
- 02 εύκολος, απλός
訳す やくす N3
ρήμα
- 01 μεταφράζω, διερμηνεύω
訳がある わけがある
άλλο, ρήμα
- 01 έχω λόγο, έχω δικαιολογία
訳の分からない わけのわからない
άλλο
- 01 ακαταλαβίστικος, ακατανόητος, δυσνόητος, μυστηριώδης, ανούσιος
訳が分からない わけがわからない
άλλο, επίθετο
- 01 ακατάληπτος, χωρίς νόημα, αινιγματικός, μυστηριώδης, χωρίς σημασία
- 02 δεν το καταλαβαίνω, είμαι μπερδεμένος, έχω χαθεί
訳あり わけあり
άλλο, επίθετο, ουσιαστικό
- 01 έχων ειδικές περιστάσεις (π.χ. προβλήματα, ζητήματα, πλεονεκτήματα, ατέλειες, ελαττώματα κ.λπ.), ατελής (για εμπορεύματα), ελαττωματικός
訳ではありません わけではありません
άλλο
- 01 δεν σημαίνει ότι..., δεν εννοώ ότι..., δεν είναι έτσι ώστε...
訳が違う わけがちがう
άλλο, ρήμα
- 01 είμαι ασύγκριτος, αποτελώ εντελώς διαφορετικό ζήτημα, αποτελώ εντελώς διαφορετικό πράγμα
訳知り顔 わけしりがお
ουσιαστικό
- 01 ύφος παντογνώστη, βλέμμα του τύπου «ξέρω τι γίνεται»
訳もなく わけもなく
άλλο, επίρρημα
- 01 χωρίς αιτία, χωρίς λόγο
訳あって わけあって
άλλο
- 01 για κάποιο (διευκρινισμένο) λόγο
訳にはいきません わけにはいきません
άλλο
- 01 είναι αδύνατον να γίνει (παρόλο που υπάρχει η επιθυμία)
訳者 やくしゃ
ουσιαστικό
- 01 μεταφραστής
訳無い わけない
επίθετο, άλλο
- 01 εύκολος, απλός
- 02 αποκλείεται, δεν υπάρχει περίπτωση να...
訳注 やくちゅう
ουσιαστικό
- 01 μετάφραση και επεξήγηση, μετάφραση με σημειώσεις
- 02 σημειώσεις μεταφραστή