158 αποτελέσματα για «調»

調べる しらべる N4

ρήμα

  1. 01 εξετάζω, αναζητώ, ερευνώ, ελέγχω, μελετώ, ψάχνω
調子 ちょうし N3

ουσιαστικό

  1. 01 μελωδία, τόνος, τονικότητα, ρυθμός, ύψος (ήχου)
  2. 02 διάθεση, κέφι, τρόπος, ύφος, στυλ, δεξιότητα, κόλπο
  3. 03 κατάσταση, κατάσταση υγείας, φόρμα
  4. 04 ώθηση, παρόρμηση, ένταση, πίεση
  5. 05 τάση
調査 ちょうさ N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έρευνα, εξέταση, διερεύνηση, επισκόπηση
調整 ちょうせい N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ρύθμιση, προσαρμογή, συντονισμός, εξομάλυνση, κούρδισμα, διόρθωση, διαμόρφωση
調子に乗る ちょうしにのる

άλλο, ρήμα

  1. 01 παρασύρομαι, ενθουσιάζομαι υπερβολικά, καβαλάω το καλάμι, παίρνουν τα μυαλά μου αέρα
  2. 02 μπαίνω σε ρυθμό, παίρνω μπρος
調べ しらべ N1

ουσιαστικό

  1. 01 έρευνα, εξέταση, έλεγχος
  2. 02 μελωδία, σκοπός, νότα
調達 ちょうたつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προμήθεια, παροχή, εξεύρεση, συγκέντρωση (χρημάτων)
調理 ちょうり N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μαγείρεμα, παρασκευή φαγητού
調 ちょう

ουσιαστικό

  1. 01 τόνος, τονικότητα
  2. 02 τσο (μουσική κλίμακα στο γκαγκάκου)
  3. 03 χρόνος, τέμπο, ρυθμός
  4. 04 μέτρο (ποιήματος)
  5. 05 ύφος, μορφή, διάθεση, πρότυπο
  6. 06 φόρος σε είδος (πληρωτέος με τοπικά προϊόντα, υπό το σύστημα ριτσουριό)
調味料 ちょうみりょう N2

ουσιαστικό

  1. 01 καρύκευμα, αρτυμα, βελτιωτικό γεύσης
調和 ちょうわ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αρμονία, συμφωνία, συμβιβασμός, σύμπνοια
調合 ちょうごう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάμειξη, μείξη (π.χ. μπαχαρικών), σύνθεση (π.χ. φαρμάκου), παρασκευή, εκτέλεση (συνταγής), προετοιμασία
調節 ちょうせつ N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ρύθμιση, προσαρμογή, έλεγχος
調子が悪い ちょうしがわるい

άλλο, επίθετο

  1. 01 σε κακή κατάσταση, δεν πηγαίνω καλά, δεν έχω καλή απόδοση
調教 ちょうきょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκπαίδευση (ζώων), εξημέρωση (ζώων)
調度品 ちょうどひん

ουσιαστικό

  1. 01 έπιπλα, εξοπλισμός, σκεύη
調べ上げる しらべあげる

ρήμα

  1. 01 ελέγχω εξονυχιστικά, διερευνώ διεξοδικά
調理場 ちょうりば

ουσιαστικό

  1. 01 κουζίνα
調子が狂う ちょうしがくるう

άλλο, ρήμα

  1. 01 παρουσιάζω δυσλειτουργία (μηχάνημα), ξεκουρδίζομαι (μουσικό όργανο), δεν λειτουργώ σωστά, έχω κάτι που δεν πάει καλά
  2. 02 βγαίνω από τον ρυθμό μου, χάνω τον προσανατολισμό μου, χάνω την ψυχραιμία μου, χάνω την ισορροπία μου
調査中 ちょうさちゅう

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 υπό διερεύνηση