41 αποτελέσματα για «請»

請求 せいきゅう N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αξίωση, απαίτηση, χρέωση, αίτηση, παράκληση, τιμολόγηση (για υπηρεσία)
請け負う うけおう

ρήμα

  1. 01 αναλαμβάνω (εργασία), εργολαβώ
  2. 02 αναλαμβάνω την ευθύνη για, φέρω την ευθύνη για
請求書 せいきゅうしょ

ουσιαστικό

  1. 01 λογαριασμός, τιμολόγιο
  2. 02 έντυπο αίτησης πληροφοριών
請け合う うけあう

ρήμα

  1. 01 αναλαμβάνω, αναλαμβάνω την ευθύνη (για εργασία)
  2. 02 διαβεβαιώνω, εγγυώμαι, εγγυώμαι για κάποιον, υπόσχομαι
請け合い うけあい

ουσιαστικό

  1. 01 διαβεβαίωση, εγγύηση
しょう

ουσιαστικό

  1. 01 αίτημα, πρόσκληση
  2. 02 προνόμιο στο ποινικό δίκαιο που παραχωρείται σε ευγενείς πέμπτου βαθμού ή ανώτερους (σύστημα ριτσουριό)
請願 せいがん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αίτηση, αναφορά
請負 うけおい

ουσιαστικό

  1. 01 εργολαβία, ανάληψη έργου
請負人 うけおいにん

ουσιαστικό

  1. 01 εργολάβος
請求権 せいきゅうけん

ουσιαστικό

  1. 01 δικαίωμα απαίτησης
請い こい

ουσιαστικό

  1. 01 παράκληση, αίτηση
請求額 せいきゅうがく

ουσιαστικό

  1. 01 ποσό που τιμολογείται ή απαιτείται
請願書 せいがんしょ

ουσιαστικό

  1. 01 έγγραφη αίτηση, αναφορά
請負師 うけおいし

ουσιαστικό

  1. 01 εργολάβος
請願者 せいがんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αιτών, αναφέρων
請じる しょうじる

ρήμα

  1. 01 προσκαλώ, οδηγώ (κάποιον) στο εσωτερικό
請負業者 うけおいぎょうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ανεξάρτητος εργολάβος
請け出す うけだす

ρήμα

  1. 01 εξαγοράζω, ξεχρεώνω, βγάζω από ενέχυρο
  2. 02 εξαγοράζω την ελευθερία γκέισας ή ιερόδουλης από τον εργοδότη της (αποπληρώνοντας το χρέος της)
請け人 うけにん

ουσιαστικό

  1. 01 εγγυητής
請負仕事 うけおいしごと

ουσιαστικό

  1. 01 εργολαβική εργασία