51 αποτελέσματα για «講»

講義 こうぎ N4

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διάλεξη
講師 こうし N2

ουσιαστικό

  1. 01 ομιλητής, εισηγητής
  2. 02 πανεπιστημιακός διδάσκων, λέκτορας
  3. 03 ωρομίσθιος δάσκαλος
  4. 04 ιδιαίτερος δάσκαλος (σε φροντιστήριο)
講堂 こうどう N4

ουσιαστικό

  1. 01 αμφιθέατρο, αίθουσα διαλέξεων
講習 こうしゅう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ταχύρρυθμο σεμινάριο, εκπαίδευση
講演 こうえん N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διάλεξη, ομιλία, λόγος
講座 こうざ

ουσιαστικό

  1. 01 σειρά διαλέξεων, κύκλος μαθημάτων
  2. 02 ακαδημαϊκή έδρα, πανεπιστημιακή μονάδα (καθηγητής, λέκτορες, κ.λπ.)
講じる こうじる

ρήμα

  1. 01 παραδίδω διάλεξη, διαβάζω δυνατά, δίνω διάλεξη
  2. 02 σχεδιάζω (π.χ. στρατηγική), επεξεργάζομαι (π.χ. τακτική), λαμβάνω (π.χ. μέτρα), υλοποιώ (π.χ. σχέδιο), υιοθετώ (π.χ. πολιτική)
  3. 03 συζητώ, συνδιαλέγομαι, διαπραγματεύομαι
  4. 04 συμφιλιώνομαι, συνάπτω ειρήνη, τα βρίσκω
講釈 こうしゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ερμηνεία (κειμένου, φράσης, κ.λπ.), διάλεξη, έκθεση
  2. 02 ερμηνεία (με πομπώδη τρόπο), (μακροσκελής) διάλεξη
  3. 03 αφήγηση ιστοριών
講談 こうだん

ουσιαστικό

  1. 01 κοουντάν, δραματική αφήγηση (πολεμικών χρονικών, ιστοριών εκδίκησης κ.λπ.) με έντονο θεατρικό ύφος, αφήγηση
講和 こうわ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συμφιλίωση (μεταξύ εμπολέμων εθνών), ειρήνη (σύναψη ειρήνης)
こう

ουσιαστικό

  1. 01 βουδιστική ομιλία ή συνέλευση
  2. 02 θρησκευτικός σύλλογος
  3. 03 σύλλογος αλληλοβοήθειας (π.χ. για οικονομική ενίσχυση)
講演会 こうえんかい

ουσιαστικό

  1. 01 διάλεξη (ειδικότερα μια ειδική ομιλία από διακεκριμένο ομιλητή), εκδήλωση διαλέξεων (εκδήλωση με μία ή περισσότερες διαλέξεις)
講義室 こうぎしつ

ουσιαστικό

  1. 01 αμφιθέατρο, αίθουσα διαλέξεων
講習会 こうしゅうかい

ουσιαστικό

  1. 01 τάξη, σύντομο επιμορφωτικό σεμινάριο
講評 こうひょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κριτική (από δάσκαλο ή προπονητή, με σχολιασμό, ειδικά σε απαγγελία ποίησης), αξιολόγηση, κριτική ανάλυση
講ずる こうずる

ρήμα

  1. 01 παραδίδω διάλεξη, διαβάζω δυνατά, εκφωνώ ομιλία για κάποιο θέμα
  2. 02 σχεδιάζω, επεξεργάζομαι, λαμβάνω μέτρα, εκτελώ ένα σχέδιο, υιοθετώ μια πολιτική
  3. 03 συμφιλιώνομαι, τα βρίσκω με κάποιον
  4. 04 απαγγέλλω ποίηση σε ποιητική συγκέντρωση
講話 こうわ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διάλεξη
  2. 02 λόγος
講和条約 こうわじょうやく

ουσιαστικό

  1. 01 συνθήκη ειρήνης
講壇 こうだん

ουσιαστικό

  1. 01 έδρα
講釈師 こうしゃくし

ουσιαστικό

  1. 01 επαγγελματίας αφηγητής παραδοσιακών ιστοριών (κουσάκουσι)