31 αποτελέσματα για «途»

途中 とちゅう N4

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 στο δρόμο, καθ' οδόν
  2. 02 στη μέση, ενδιάμεσα
途端 とたん N3

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 μόλις, ακριβώς τη στιγμή που, με το που, ενόσω
途端に とたんに

επίρρημα

  1. 01 μόλις, αμέσως μετά, τη στιγμή που, με το που, εκείνη τη στιγμή
途切れる とぎれる

ρήμα

  1. 01 διακόπτομαι, σταματώ, τελειώνω, κάνω παύση
途絶える とだえる N1

ρήμα

  1. 01 σταματώ, παύω, τερματίζω, διακόπτομαι
途方に暮れる とほうにくれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 βρίσκομαι σε αδιέξοδο, μπερδεύομαι
途方もない とほうもない

άλλο, επίθετο

  1. 01 ασύλληπτος, εξωφρενικός, εξοργιστικός, παράλογος
途切れ途切れ とぎれとぎれ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 διακεκομμένος, ασυνεχής, αποσπασματικός, κατά διαστήματα
途上 とじょう N1

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 καθ' οδόν, εν μέσω διαδρομής
  2. 02 κατά τη διάρκεια, εν τω γίγνεσθαι (ανάπτυξης, κατασκευής, κ.λπ.)

ουσιαστικό

  1. 01 δρόμος, διαδρομή
途轍もない とてつもない

άλλο, επίθετο

  1. 01 υπερβολικός, παράλογος, απίστευτος, εξωφρενικός, αδικαιολόγητος
  2. 02 τεράστιος, τρομερός, εξαιρετικός, μνημειώδης
途絶 とぜつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διακοπή, παύση, σταμάτημα, αναστολή
途中下車 とちゅうげしゃ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ενδιάμεση στάση (κατά τη διάρκεια ταξιδιού με τρένο ή λεωφορείο)
途方 とほう

ουσιαστικό

  1. 01 τρόπος, προορισμός, λόγος
途切れ とぎれ

ουσιαστικό

  1. 01 διακοπή, παύση, διαλείμμα
途上国 とじょうこく

ουσιαστικό

  1. 01 αναπτυσσόμενη χώρα
途切らせる とぎらせる

ρήμα

  1. 01 διακόπτω στη μέση, ανακόπτω
途次 とじ

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 καθ' οδόν, εν μέσω της διαδρομής
途に就く とにつく

άλλο, ρήμα

  1. 01 ξεκινώ (ένα ταξίδι), αρχίζω (μια εργασία)
途切れがち とぎれがち

επίθετο

  1. 01 ασυνεχής, διακοπτόμενος συχνά, που συμβαίνει κατά διαστήματα