114 αποτελέσματα για «進»
進む すすむ N4
ρήμα
- 01 προχωρώ, πηγαίνω μπροστά
- 02 προηγούμαι, προπορεύομαι
- 03 προοδεύω, βελτιώνομαι
- 04 βαθαίνω, εντείνομαι
- 05 πηγαίνω μπροστά (για ρολόι), προηγούμαι
- 06 ενεργώ οικειοθελώς
進める すすめる N3
ρήμα
- 01 προχωρώ, πηγαίνω μπροστά, ρυθμίζω (το ρολόι) μπροστά
- 02 προχωρώ, συνεχίζω (σχέδια, εργασίες κ.λπ.), σημειώνω πρόοδο, προάγω, επιταχύνω
- 03 ανεβάζω, υψώνω, προωθώ, αναπτύσσω, τονώνω (π.χ. την όρεξη)
進行 しんこう N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κίνηση προς τα εμπρός (π.χ. οχήματος), προχώρημα
- 02 πρόοδος (π.χ. εργασιών, δραστηριοτήτων), εξέλιξη, προχώρημα
- 03 εξέλιξη (π.χ. ασθένειας, υπερθέρμανσης του πλανήτη), πορεία
- 04 ακολουθία (π.χ. συγχορδιών)
進化 しんか N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εξέλιξη
- 02 εξέλιξη, αναβάθμιση, πρόοδος, ανάπτυξη, βελτίωση
進路 しんろ
ουσιαστικό
- 01 διαδρομή, πορεία, δρόμος
- 02 μελλοντική πορεία, σταδιοδρομία (π.χ. μετά την αποφοίτηση από το λύκειο)
進展 しんてん N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πρόοδος, ανάπτυξη, εξέλιξη
進歩 しんぽ N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πρόοδος, εξέλιξη, βελτίωση, ανάπτυξη
進出 しんしゅつ N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επέκταση (σε νέα αγορά, κλάδο, κ.λπ.), είσοδος, διείσδυση (σε)
- 02 πρόκριση (στον επόμενο γύρο μιας διοργάνωσης)
進学 しんがく N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μετάβαση στην επόμενη βαθμίδα εκπαίδευσης, συνέχιση των σπουδών σε (λύκειο, πανεπιστήμιο κ.λπ.)
進言 しんげん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συμβουλή (προς ανώτερο), καθοδήγηση, πρόταση, εισήγηση, σύσταση
進み出る すすみでる
ρήμα
- 01 προχωρώ μπροστά, προσφέρομαι εθελοντικά
進軍 しんぐん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προέλαση, προώθηση
進行方向 しんこうほうこう
ουσιαστικό
- 01 κατεύθυνση πορείας, κατεύθυνση κίνησης
進入 しんにゅう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 είσοδος, εισχώρηση, προσέγγιση
進級 しんきゅう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προαγωγή (σχολική, στρατιωτική, κ.λπ.)
進捗 しんちょく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πρόοδος, εξέλιξη, σημειώνω πρόοδο
進撃 しんげき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επέλαση, επίθεση
進行中 しんこうちゅう
ουσιαστικό
- 01 σε εξέλιξη, εν εξελίξει, υπό εκτέλεση
進学校 しんがっこう
ουσιαστικό
- 01 σχολείο με υψηλό ποσοστό αποφοίτων που εισάγονται σε κορυφαία πανεπιστήμια, σχολείο επικεντρωμένο στην προετοιμασία των μαθητών για την εισαγωγή τους σε πανεπιστήμια υψηλού κύρους
- 02 σχολείο με υψηλό ποσοστό αποφοίτων που συνεχίζουν τις σπουδές τους σε πανεπιστήμιο ή κολέγιο
進退 しんたい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προέλαση ή υποχώρηση, κίνηση προς τα εμπρός ή προς τα πίσω, κίνηση
- 02 πορεία δράσης, συμπεριφορά, στάση
- 03 παραμονή στη θέση κάποιου ή παραίτηση, παραμονή ή αποχώρηση