65 αποτελέσματα για «限»
限り かぎり N2
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 όριο, όρια, περιορισμός
- 02 βαθμός, έκταση, πεδίο εφαρμογής
- 03 το τέλος, το τελευταίο
- 04 εφόσον, όσο, μέχρι, στο όριο των, όλο το
- 05 εκτός αν
- 06 (δεν) περιλαμβάνεται σε, (δεν) αποτελεί μέρος του
- 07 πολύ (σε μια κατάσταση), ακραίο ποσό (ενός συναισθήματος κ.λπ.)
- 08 μόνο (π.χ. "μόνο μία φορά", "μόνο σήμερα")
- 09 τέλος ζωής, τελευταίες στιγμές, θάνατος
- 10 κηδεία, ταφή
限る かぎる N3
ρήμα
- 01 περιορίζω, θέτω όρια
- 02 περιορίζομαι σε, αφορώ μόνο
- 03 είναι το καλύτερο (για), είναι το καλύτερο σχέδιο, είναι ο μόνος τρόπος (για)
限界 げんかい N3
ουσιαστικό
- 01 όριο, περιορισμός
限定 げんてい N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 όριο, περιορισμός
限りない かぎりない
επίθετο
- 01 απεριόριστος, ατελείωτος, απύθμενος, άπειρος
限度 げんど N2
ουσιαστικό
- 01 όριο, περιορισμός
限 げん
άλλο
- 01 μετρητής για διδακτικές ώρες (στο σχολείο), νιοστή διδακτική ώρα
限定的 げんていてき
επίθετο
- 01 περιορισμένος, περιοριστικός
限目 げんめ
άλλο
- 01 νιοστή διδακτική ώρα (π.χ. η νιοστή ώρα μαθήματος κατά τη διάρκεια της σχολικής ημέρας)
限度を超える げんどをこえる
άλλο, ρήμα
- 01 ξεπερνώ το όριο, υπερβαίνω το όριο
限定品 げんていひん
ουσιαστικό
- 01 προϊόντα περιορισμένης έκδοσης, περιορισμένη έκδοση
限界点 げんかいてん
ουσιαστικό
- 01 κατώφλι, όριο αντοχής
限定版 げんていばん
ουσιαστικό
- 01 περιορισμένη έκδοση
限度額 げんどがく
ουσιαστικό
- 01 ανώτατο όριο (ποσού, π.χ. σε πιστωτική κάρτα, δάνειο, δαπάνες)
限りある かぎりある
άλλο
- 01 πεπερασμένος, περιορισμένος, οριοθετημένος
限界集落 げんかいしゅうらく
ουσιαστικό
- 01 οριακός οικισμός, πληθυσμιακά συρρικνωμένο χωριό όπου η πλειονότητα των κατοίκων είναι ηλικιωμένοι
限定販売 げんていはんばい
ουσιαστικό
- 01 περιορισμένη πώληση, περιορισμένη κυκλοφορία
限局 げんきょく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 περιορισμός, εντοπισμός
限定戦争 げんていせんそう
ουσιαστικό
- 01 περιορισμένος πόλεμος
限外 げんがい
ουσιαστικό
- 01 περίσσευμα, επιπλέον