42 αποτελέσματα για «黙»

黙る だまる N3

ρήμα

  1. 01 σιωπώ, δεν λέω τίποτα
黙り込む だまりこむ

ρήμα

  1. 01 σιωπώ τελείως, βυθίζομαι στη σιωπή
黙々 もくもく

άλλο, επίρρημα

  1. 01 σιωπηλός, άφωνος, βουβός
黙認 もくにん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σιωπηρή έγκριση, σιωπηρή άδεια, συνέργεια (σε παράνομη πράξη), συγκατάθεση, ανοχή, παράβλεψη
黙りこくる だまりこくる

ρήμα

  1. 01 σιωπώ
黙する もくする

ρήμα

  1. 01 σταματώ να μιλάω, σωπαίνω
黙秘 もくひ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραμονή στη σιωπή, τήρηση μυστικού
黙殺 もくさつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αγνοώ, παραβλέπω, δεν δίνω σημασία, αρνούμαι να σχολιάσω, κωφεύω σε
黙考 もっこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 στοχασμός, βαθιά σκέψη
  2. 02 διαλογισμός
黙然 もくぜん

επίρρημα, άλλο

  1. 01 σιωπηλά, με ησυχία
黙示録 もくしろく

ουσιαστικό

  1. 01 Αποκάλυψη (βιβλίο της Βίβλου), η Αποκάλυψη
黙祷 もくとう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σιωπηλή προσευχή
黙秘権 もくひけん

ουσιαστικό

  1. 01 δικαίωμα στη σιωπή, δικαίωμα άρνησης κατάθεσης
黙礼 もくれい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σιωπηλή υπόκλιση
黙読 もくどく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σιωπηλή ανάγνωση
黙想 もくそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαλογισμός, σιωπηλή περισυλλογή
黙視 もくし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σιωπηρή αποδοχή, έγκριση χωρίς λόγια
黙契 もっけい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σιωπηρή συμφωνία, άρρητη συνεννόηση
黙示 もくし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σιωπηρή υποδήλωση, υπόνοια
  2. 02 αποκάλυψη
黙許 もっきょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σιωπηρή άδεια, σιωπηρή συγκατάθεση, ανοχή