351 αποτελέσματα για «口»

口触り くちざわり

ουσιαστικό

  1. 01 υφή (φαγητού) στο στόμα, αίσθηση στο στόμα
口入れ くちいれ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαμεσολάβηση, μεσολάβηση
口紐 くちひも

ουσιαστικό

  1. 01 κορδόνι συσφίγξεως (π.χ. σε τσάντα)
口堅い くちがたい

επίθετο

  1. 01 διακριτικός, εχέμυθος
口が多い くちがおおい

άλλο, επίθετο

  1. 01 φλύαρος, πολυλογάς
  2. 02 έχω πολλά στόματα να θρέψω, έχω μεγάλη οικογένεια να συντηρήσω
口がかかる くちがかかる

άλλο, ρήμα

  1. 01 καλώ (αναφέρεται σε γκέισα από πελάτη)
  2. 02 δέχομαι πρόταση (για μια εργασία), προσκαλούμαι (να κάνω κάτι)
口が酸っぱくなる くちがすっぱくなる

άλλο, ρήμα

  1. 01 επαναλαμβάνω τα ίδια και τα ίδια μέχρι να βραχνιάσω, λέω συνέχεια το ίδιο πράγμα
口を糊する くちをのりする

άλλο, ρήμα

  1. 01 βγάζω τα προς το ζην με δυσκολία, μετά βίας τα βγάζω πέρα
口腹 こうふく

ουσιαστικό

  1. 01 όρεξη
  2. 02 διάκριση μεταξύ της σκέψης και του λόγου
口が曲がる くちがまがる

άλλο, ρήμα

  1. 01 προκαλώ τη θεϊκή οργή (για παράδειγμα μιλώντας άσχημα για κάποιον πίσω από την πλάτη του), μπλέκω σε μπελάδες
  2. 02 στραβώνω το στόμα μου
口答 こうとう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προφορική απάντηση
口蓋垂 こうがいすい

ουσιαστικό

  1. 01 σταφυλή
口尻 くちじり

ουσιαστικό

  1. 01 γωνίες των χειλιών, άκρες του στόματος
口銭 こうせん

ουσιαστικό

  1. 01 προμήθεια, μεσιτεία
口角泡 こうかくあわ

ουσιαστικό

  1. 01 αφρισμός στο στόμα
口振 こうふり

ουσιαστικό

  1. 01 πάγια εντολή, μεταφορά από λογαριασμό σε λογαριασμό
口あんぐり くちあんぐり

ουσιαστικό

  1. 01 άναυδος, με το στόμα ανοιχτό
口語文 こうごぶん

ουσιαστικό

  1. 01 δημοτική γραφή, κείμενο γραμμένο σε προφορική μορφή της γλώσσας
口語訳 こうごやく

ουσιαστικό

  1. 01 μετάφραση στη δημοτική γλώσσα
口上手 くちじょうず

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ευφράδεια, επιτήδειος συνομιλητής, καλός ομιλητής, γλυκομίλητος